Ομόφωνα το Εφετείο απέρριψε την έφεση του πατριού που είχε καταδικαστεί από το Κακουργιοδικείο Πάφου για 18 κατηγορίες σεξουαλικών αδικημάτων σε βάρος της ανήλικης θετής του κόρης, επικυρώνοντας πλήρως την πρωτόδικη απόφαση.
Σύμφωνα με την απόφαση, ημερομηνίας 12 Φεβρουαρίου 2026, οι κατηγορίες αφορούσαν πράξεις που τελέστηκαν κατά την περίοδο 2018–2019, όταν η παραπονούμενη ήταν 13 ετών, και περιλάμβαναν βιασμό, σεξουαλική κακοποίηση παιδιού κατά κατάχρηση σχέσης εμπιστοσύνης, καθώς και αδικήματα βίας στην οικογένεια.
Το Εφετείο έκρινε ότι «δεν υπάρχει πεδίο παρέμβασης» ούτε στην αξιολόγηση της μαρτυρίας ούτε στο ύψος των ποινών, απορρίπτοντας τις εφέσεις ως αβάσιμες και επικυρώνοντας πλήρως την πρωτόδικη απόφαση του Κακουργιοδικείου Πάφου.
Το Εφετείο επανέλαβε ότι «το πρωτόδικο Δικαστήριο είναι κατά κανόνα σε καλύτερη θέση να κρίνει κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και να αξιολογήσει τους ενώπιον του μάρτυρες». Σημείωσε ότι οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου περί λανθασμένης αξιολόγησης της μαρτυρίας των πραγματογνωμόνων δεν παρέχουν πεδίο παρέμβασης, καθώς «η κρίση για το αν έλαβε χώρα η επίδικη σεξουαλική κακοποίηση αποτελεί έργο του εκδικάζοντος Δικαστηρίου και όχι των εμπειρογνωμόνων». Το Εφετείο υπογράμμισε ότι «δεν είναι ρόλος του πραγματογνώμονα να σχολιάζει την αξιοπιστία ενός μάρτυρα» και ότι η ευθύνη της τελικής κρίσης βαραίνει τους δικαστές.

Σχετικά με τη μαρτυρία συγγενικών προσώπων της παραπονούμενης, το Εφετείο δεν διαπίστωσε διαφορετικά κριτήρια αξιολόγησης από το Κακουργιοδικείο, ούτε παραβίαση του δικαιώματος σε αμερόληπτο δικαστήριο. Ομοίως, δεν παρέχεται παρέμβαση στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονούμενης, η οποία κρίθηκε αιτιολογημένη και λεπτομερής. Όσον αφορά τον κατηγορούμενο, το Εφετείο τόνισε ότι το Κακουργιοδικείο αιτιολόγησε επαρκώς γιατί δεν αποδέχτηκε τη μαρτυρία του και δεν υπάρχει λόγος επέμβασης.
Σχετικά με την έφεση κατά της ποινής, το Εφετείο έκρινε ότι η σοβαρότητα και η πολλαπλότητα των αδικημάτων, η κατάχρηση της σχέσης εμπιστοσύνης και η ηλικία του θύματος συνιστούν επιβαρυντικούς παράγοντες που δικαιολογούν τις επιβληθείσες ποινές. Υπενθύμισε ότι παρέμβαση δικαιολογείται μόνο όταν η ποινή είναι «έκδηλα υπερβολική ή ανεπαρκής» ή έχει εφαρμοστεί λανθασμένη αρχή, κάτι που δεν συνέβη στην υπόθεση.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:


