Νέα παγκύπρια έρευνα καταγράφει τον έντονο αντίκτυπο των ρευματικών και μυοσκελετικών παθήσεων στην καθημερινότητα των ασθενών, με το 40% να αξιολογεί την υγεία του ως μέτρια και σημαντικό ποσοστό να αναφέρει επιδείνωση της κατάστασής του τον τελευταίο χρόνο.
Μια νέα παγκύπρια έρευνα φέρνει στο φως το πραγματικό βάρος που κουβαλούν στην καθημερινότητά τους τα άτομα με ρευματικές και μυοσκελετικές παθήσεις, πέρα από τη διάγνωση και τα ιατρικά δεδομένα. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι ο πόνος, η κόπωση και οι λειτουργικοί περιορισμοί επηρεάζουν έντονα σχεδόν κάθε πτυχή της ζωής, από την εργασία και τις καθημερινές δραστηριότητες μέχρι την ψυχολογική κατάσταση και την κοινωνική ζωή των ασθενών.

Σύμφωνα με τα ευρήματα, το 40% των συμμετεχόντων αξιολογεί την υγεία του ως μέτρια, ενώ το 16% τη χαρακτηρίζει κακή. Σχεδόν τέσσερις στους δέκα δηλώνουν ότι η κατάσταση της υγείας τους έχει επιδεινωθεί μέσα στον τελευταίο χρόνο.
Η σωματική επιβάρυνση είναι έντονη, με το 71% να αναφέρει σημαντικούς περιορισμούς σε απαιτητικές κινήσεις και δραστηριότητες, όπως σκάλες, σκύψιμο, βάδισμα ή δουλειές στο σπίτι. Ακόμη και απλές καθημερινές ενέργειες συχνά γίνονται δύσκολες. Ο πόνος ξεχωρίζει ως βασικός παράγοντας επιβάρυνσης. Επτά στους δέκα συμμετέχοντες δήλωσαν ότι τον τελευταίο μήνα βίωσαν έντονο σωματικό πόνο, ενώ περίπου οι δύο στους τρεις ανέφεραν ότι αυτό επηρέασε άμεσα την εργασία και τη λειτουργικότητά τους.
Παράλληλα, το 83% είπε ότι αναγκάστηκε να μειώσει δραστηριότητες που θα ήθελε να κάνει, το 79% ότι χρειάστηκε να καταβάλει μεγαλύτερη προσπάθεια για να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, και το 70% ότι περιόρισε το εύρος των δραστηριοτήτων του.
Σημαντική είναι και η ψυχολογική διάσταση, με την κόπωση να εμφανίζεται σχεδόν μόνιμη για την πλειονότητα των συμμετεχόντων. Άγχος, μελαγχολία και χαμηλά επίπεδα ενέργειας καταγράφονται συχνά, αναδεικνύοντας ότι δεν πρόκειται μόνο για σωματική νόσο αλλά για συνολική επιβάρυνση της ζωής. Οι κοινωνικές σχέσεις επίσης επηρεάζονται, καθώς σχεδόν οκτώ στους δέκα δηλώνουν ότι η υγεία τους έχει περιορίσει τις κοινωνικές τους δραστηριότητες, είτε περιστασιακά είτε συχνά.



Παρά τις δυσκολίες, περίπου οι μισοί συμμετέχοντες αναφέρουν ότι εξακολουθούν να αξιολογούν τη γενική τους υγεία ως σχετικά καλή, δείχνοντας στοιχεία προσαρμογής και ανθεκτικότητας. Η έρευνα συνολικά υπογραμμίζει την ανάγκη για πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση στη φροντίδα των ασθενών, με έμφαση όχι μόνο στη θεραπεία, αλλά και στην υποστήριξη της καθημερινής λειτουργικότητας, της ψυχικής υγείας και της κοινωνικής συμμετοχής. Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από το Πανεπιστήμιο Λευκωσίας σε συνεργασία με τον Σύνδεσμο Ρευματοπαθών Κύπρου, με την IMR/University of Nicosia™ να αναλαμβάνει τη συλλογή και ανάλυση των δεδομένων, σε δείγμα 267 ατόμων σε παγκύπρια κλίμακα.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:


