Σε κατάσταση αυξημένης επιφυλακής βρίσκονται οι αρμόδιες αρχές μετά τον εντοπισμό πρώτου κρούσματος αφθώδους πυρετού στην επαρχία Λεμεσού, εξέλιξη που έχει προκαλέσει έντονη ανησυχία στον κτηνοτροφικό τομέα και την αγροδιατροφική αλυσίδα της Κύπρου. Το πρώτο κρούσμα στην περιοχή της Πάχνας έχει σημάνει συναγερμό, με τις κτηνιατρικές υπηρεσίες να εντείνουν τους ελέγχους και τη δειγματοληψία σε γειτονικές επαρχίες, μεταξύ των οποίων και η Πάφος, στο πλαίσιο της επιδημιολογικής επιτήρησης.
Αν και η νόσος είναι ιδιαίτερα μεταδοτική στα ζώα, οι αρμόδιες αρχές τονίζουν ότι η πιθανή εξάπλωση εξαρτάται από συγκεκριμένους παράγοντες, όπως οι μετακινήσεις ζώων, η ανθρώπινη δραστηριότητα και η τήρηση των μέτρων βιοασφάλειας στις κτηνοτροφικές μονάδες. Για τον λόγο αυτό βρίσκονται σε εξέλιξη αυστηροί έλεγχοι και παρακολουθήσεις, ώστε να αποτυπωθεί η πραγματική εικόνα της κατάστασης. Από τη πλευρά του, ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, Ανδρέας Γρηγορίου, χαρακτήρισε την κατάσταση ιδιαίτερα σοβαρή, επισημαίνοντας ότι η μετάδοση του ιού δεν μπορεί να αποδοθεί σε «φυσική» εξάπλωση, αλλά συνδέεται με ανθρώπινες δραστηριότητες, ζώα και μηχανικά μέσα μεταφοράς. Όπως τόνισε, κρίσιμη παραμένει η αυστηρή εφαρμογή μέτρων βιοασφάλειας στις κτηνοτροφικές μονάδες, με στόχο τον περιορισμό της διασποράς.

Παράλληλα, βρίσκεται σε εξέλιξη δειγματοληψία σε περιοχές που δεν έχουν επηρεαστεί, ενώ εξετάζονται αιτήματα του κτηνοτροφικού κόσμου για χαλάρωση ορισμένων περιορισμών, όπως μετακινήσεις ζώων, συνδυασμένες μεταφορές προς σφαγεία και βόσκηση σε συγκεκριμένες ζώνες. Η κρίση στον ζωικό πληθυσμό επηρεάζει άμεσα και το χαλλούμι ΠΟΠ, καθώς η μείωση των αιγοπροβάτων έχει οδηγήσει σε αναπροσαρμογές στην παραγωγή γάλακτος.
Εντός της ημέρας αναμένεται και η απόφαση του Διευθυντή των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών για τον χειρισμό σπάνιων φυλών ζώων που έχουν επηρεαστεί, όπως παχύουρα πρόβατα και κόκκινες αγελάδες, με βάση ευρωπαϊκές πρόνοιες που επιτρέπουν εξειδικευμένες εξαιρέσεις σε τέτοιες περιπτώσεις.
Ο κ. Γρηγορίου ανέφερε ότι η πρόσφατη απόφαση για προσαρμογή του ποσοστού αιγοπρόβειου γάλακτος στο χαλλούμι βασίστηκε σε πραγματικά δεδομένα παραγωγής, τα οποία έχουν επηρεαστεί από τις θανατώσεις ζώων λόγω της νόσου. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η Κυβέρνηση παραμένει προσηλωμένη στον στόχο ενίσχυσης του αιγοπρόβειου γάλακτος, ώστε να επιτευχθεί η ευρωπαϊκή πρόβλεψη έως το 2029. Από την πλευρά του Συνδέσμου Τυροκόμων, ο Εκτελεστικός Γραμματέας Μιχάλης Κούλουρος ανέφερε ότι δεν έχουν καταγραφεί προβλήματα στις εξαγωγές χαλλουμιού, σημειώνοντας ότι η αγορά λειτουργεί κανονικά.

Όπως εξήγησε, η προσαρμογή του ποσοστού αιγοπρόβειου γάλακτος στο 15% κρίθηκε αναγκαία λόγω των απωλειών στο ζωικό κεφάλαιο και βασίζεται σε στοιχεία του συστήματος καταγραφής του Υπουργείου Γεωργίας. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι οι εξαγωγές συνεχίζονται απρόσκοπτα, διατηρώντας σημαντικό οικονομικό αποτύπωμα για τη χώρα. Στον αντίποδα, ο Γενικός Γραμματέας της ΕΚΑ, Πανίκος Χάμπας, εξέφρασε έντονη διαφωνία με τη μείωση του ποσοστού αιγοπρόβειου γάλακτος, προειδοποιώντας ότι τέτοιες αποφάσεις ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο τη συμμόρφωση με τον ευρωπαϊκό κανονισμό και, κατ’ επέκταση, το καθεστώς ΠΟΠ του χαλλουμιού. Όπως τόνισε, η επίτευξη του στόχου για το 2029 απαιτεί σταθερή πορεία ενίσχυσης της παραγωγής και όχι προσωρινές μειώσεις που αλλάζουν τη δομή του προϊόντος.
Το Υπουργείο Γεωργίας συνεχίζει τη χαρτογράφηση της επιδημιολογικής εικόνας, ενώ μέχρι το τέλος της εβδομάδας αναμένεται ολοκλήρωση δειγματοληψιών σε μη επηρεασμένες περιοχές. Τα αποτελέσματα θα καθορίσουν πιθανές χαλαρώσεις ή νέες αποφάσεις για τη διαχείριση της κρίσης. Παράλληλα, σε εξέλιξη βρίσκεται ερευνητικό πρόγραμμα για την αυθεντικότητα του χαλλουμιού ΠΟΠ, με στόχο την ενίσχυση των ελέγχων και την αποτροπή παρατυπιών στην παραγωγή.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

