Σε λίγες ημέρες ανοίγουν τα σχολεία. Για κάποια παιδιά, όμως, το πρώτο κουδούνι δεν σημαίνει απλώς επιστροφή στην τάξη. Σημαίνει ξανά αγωνία για το αν θα υπάρχει συνοδός, αν θα υπάρχει ο απαραίτητος εξοπλισμός, αν θα μπορούν να μπουν και να κινηθούν με ασφάλεια στο σχολείο και, τελικά, αν θα έχουν πραγματικά ίσες ευκαιρίες να μορφωθούν.
ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΠΕΛΕΚΑΝΟΥ
Και κάπου εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Από τη μία ακούμε για μεταρρύθμιση, εκσυγχρονισμό, ποιοτικό δημόσιο σχολείο και συμπεριληπτική εκπαίδευση. Από την άλλη, γονείς παιδιών με αναπηρίες και οργανώσεις καταγγέλλουν ότι μπαίνουν στη νέα σχολική χρονιά με τα ίδια ερωτήματα που είχαν και πέρσι. Και πρόπερσι. Γονείς υποστηρίζουν ότι ενημερώνονται ακόμη και προφορικά πως το παιδί τους θα πρέπει να μοιράζεται τον συνοδό του με άλλο παιδί. Συνοδοί, σύμφωνα με τις ίδιες καταγγελίες, ενημερώνονται ότι θα αναλάβουν επιπρόσθετα παιδιά, ενώ κάποιοι φέρονται να έχουν φτάσει ακόμη και στην παραίτηση.

Και εύλογα γεννάται ένα ερώτημα…Πόσα παιδιά μπορεί πραγματικά να υποστηρίξει ένας άνθρωπος ταυτόχρονα, όταν το κάθε παιδί έχει τις δικές του ανάγκες;
Για ένα παιδί με σοβαρή κινητική αναπηρία, η παρουσία ενός συνοδού δεν είναι πολυτέλεια. Δεν είναι «έξτρα παροχή». Είναι μέρος της δυνατότητάς του να βρίσκεται στο σχολείο και να συμμετέχει στην εκπαιδευτική διαδικασία. Την ίδια στιγμή, γονείς συνεχίζουν να στέλνουν επιστολές, να καταθέτουν ενστάσεις και να ζητούν εύλογες προσαρμογές. Ζητούν εξοπλισμό που, όπως αναφέρουν, έχει παραγγελθεί από την προηγούμενη σχολική χρονιά. Και σε κάποιες περιπτώσεις φτάνουν στο σημείο να δημιουργούν οι ίδιοι υλικό για να βοηθήσουν τα παιδιά τους να μπορέσουν να παρακολουθήσουν το μάθημα.

Αυτό δεν είναι μια θεωρητική συζήτηση για την εκπαίδευση. Είναι η καθημερινότητα συγκεκριμένων οικογενειών.
Και δεν αφορά το ποιος έχει δίκιο στην αντιπαράθεση μεταξύ οργανώσεων και Υπουργείου. Αφορά τα παιδιά. Αυτά που δεν έχουν τη δυνατότητα να περιμένουν άλλη μία επιτροπή, άλλη μία αξιολόγηση, άλλη μία επιστολή, άλλη μία σχολική χρονιά. Την ίδια ώρα, η νέα σχολική χρονιά βρίσκει σχολικές μονάδες να αντιμετωπίζουν και προβλήματα υποδομών που θα έπρεπε να θεωρούνται αυτονόητα.
Αίθουσες που χρειάζονται παρεμβάσεις. Ελλείψεις και εκκρεμότητες σε εξοπλισμό. Και το ζήτημα των κλιματιστικών, που πέρσι βρέθηκε στο επίκεντρο, εξακολουθεί να απασχολεί σχολεία και γονείς.
Πέρασε μια ολόκληρη σχολική χρονιά μέσα στη ζέστη, έγιναν συζητήσεις, καταγράφηκαν παράπονα, δόθηκαν υποσχέσεις και τώρα επιστρέφουμε στο ίδιο θέμα. Πόσες σχολικές χρονιές χρειάζονται για να θεωρηθεί ένα κλιματιστικό βασική υποδομή και όχι έργο υπό εξέταση; Δεν χρειάζεται να κατηγορήσουμε κανέναν για να πούμε τα αυτονόητα. Η εκπαίδευση δεν είναι μόνο τα Αναλυτικά Προγράμματα, η κριτική σκέψη, οι νέες τεχνολογίες και οι μεταρρυθμίσεις. Είναι και η αίθουσα στην οποία θα καθίσει το παιδί. Είναι ο εξοπλισμός που χρειάζεται. Είναι ο άνθρωπος που θα το στηρίξει όταν δεν μπορεί να τα καταφέρει μόνο του.

Είναι το αυτονόητο. Και όταν το αυτονόητο καθυστερεί για χρόνια, τότε κάποιος πρέπει να το επισημάνει. Η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας λέει ότι η μεταρρύθμιση προχωρά και ότι υπάρχουν ακόμη πολλά να γίνουν. Σωστά. Μόνο που για μια οικογένεια που περιμένει εδώ και μήνες τον απαραίτητο εξοπλισμό, για έναν μαθητή που χρειάζεται ουσιαστική στήριξη ή για ένα παιδί που θα βρεθεί σε μια υπερθερμασμένη αίθουσα, το «έχουμε ακόμη πολλά να κάνουμε» δεν είναι σχέδιο. Είναι άλλη μία αναμονή.

Δεν παίρνουμε το μέρος ούτε του Υπουργείου ούτε των οργανώσεων. Παίρνουμε το μέρος των παιδιών. Γιατί στο τέλος της ημέρας, εκείνα δεν πρέπει να πληρώνουν το τίμημα των καθυστερήσεων, των ελλείψεων, των διαδικασιών και των διαφωνιών των μεγάλων. Το πρώτο κουδούνι θα χτυπήσει σε λίγες ημέρες. Το ερώτημα είναι αν όλα τα παιδιά θα μπορούν πραγματικά να το ακούσουν από την ίδια αφετηρία.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

