Τα €2.601 ως μέσος ακαθάριστος μισθός στην Κύπρο ακούγονται εντυπωσιακά. Για πολλούς, όμως, η είδηση αυτή απέχει αρκετά από όσα βιώνουν στο τέλος κάθε μήνα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας είναι επίσημα και βασίζονται σε πραγματικά δεδομένα. Το ερώτημα, ωστόσο, είναι κατά πόσο ο μέσος όρος αποτυπώνει την πραγματική εικόνα της αγοράς εργασίας.
Σχεδόν ένας στους τρεις εργαζομένους λαμβάνει κάτω από €1.500 ακαθάριστα τον μήνα, ενώ η μεγαλύτερη κατηγορία εργαζομένων αμείβεται από €1.500 έως €2.999. Αυτό από μόνο του δείχνει ότι ο μισθός των €2.601 δεν είναι ο μισθός που λαμβάνει ο «τυπικός» εργαζόμενος, αλλά ένας αριθμητικός μέσος όρος που επηρεάζεται από τις πολύ υψηλές απολαβές ενός μικρότερου ποσοστού εργαζομένων.
Παράλληλα, οι απολαβές που παρουσιάζονται είναι ακαθάριστες. Δεν είναι το ποσό που βλέπει ο εργαζόμενος στον τραπεζικό του λογαριασμό μετά τις εισφορές και τις υπόλοιπες κρατήσεις. Είναι επίσης ένας υπολογισμός που περιλαμβάνει επιδόματα, υπερωρίες, αναδρομικά (εάν υπάρχει και τον 13ο ή 14ο μισθό), στοιχεία που δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα το σταθερό μηνιαίο εισόδημα όλων.
Και ενώ οι αριθμοί δείχνουν αύξηση των απολαβών, η καθημερινότητα πολλών νοικοκυριών λέει μια διαφορετική ιστορία. Το αυξημένο κόστος στέγασης, οι λογαριασμοί, τα καύσιμα και οι συνεχείς ανατιμήσεις αφήνουν περιορισμένο διαθέσιμο εισόδημα, ακόμη και σε εργαζομένους που θεωρητικά ανήκουν στη μεσαία μισθολογική κατηγορία. Γι’ αυτό και κάθε φορά που ανακοινώνεται ένας μέσος μισθός, η αντίδραση πολλών πολιτών είναι η ίδια: «Ποιοι είναι αυτοί που παίρνουν τόσα χρήματα;». Η απάντηση είναι ότι ο μέσος όρος δεν περιγράφει τον μισθό της πλειονότητας. Αποτυπώνει το σύνολο της αγοράς εργασίας, όπου συνυπάρχουν πολύ χαμηλοί αλλά και πολύ υψηλοί μισθοί.

Οι αριθμοί, λοιπόν, είναι πραγματικοί. Το ίδιο πραγματική είναι όμως και η καθημερινότητα των εργαζομένων, οι οποίοι δεν αξιολογούν την οικονομική τους κατάσταση με βάση έναν στατιστικό μέσο όρο, αλλά με βάση το ποσό που απομένει στο πορτοφόλι τους στο τέλος του μήνα.
Η πραγματική εικόνα δεν κρύβεται στον μέσο όρο, αλλά στην κατανομή των απολαβών. Και αυτή δείχνει ότι χιλιάδες εργαζόμενοι εξακολουθούν να αμείβονται με μισθούς που δυσκολεύονται να ακολουθήσουν το αυξανόμενο κόστος ζωής.
Σύμφωνα με την Στατιστική Υπηρεσία, το μεγαλύτερο ποσοστό των Κυπρίων εργαζομένων το 45,2%, λαμβάνει από €1.500 μέχρι €2.999 τον μήνα. Το ποσοστό όσων βρίσκονται κάτω από €1.500 ανέρχεται στο 27,4%. Αντίθετα, στους μη Κύπριους εργαζομένους, το 46,7% λαμβάνει κάτω από €1.500, ενώ το 32,6% βρίσκεται στην κατηγορία από €1.500 μέχρι €2.999. Ιδιαίτερα υψηλό είναι το ποσοστό στις μη Κύπριες γυναίκες, καθώς το 50,3% καταγράφεται στην κατηγορία απολαβών κάτω από €1.500. Την ίδια ώρα, το ποσοστό των μη Κυπρίων εργαζομένων που λαμβάνει τουλάχιστον €6.000 ανέρχεται στο 8,5%, έναντι 4,3% μεταξύ των Κυπρίων.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

