ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΠΕΛΕΚΑΝΟΥ
Θυμάμαι εκείνο το πρωινό σαν να ήταν χθες. Είχα μόλις ξυπνήσει και ετοιμαζόμουν για τη δουλειά. Άναψα την τηλεόραση και μέσα σε λίγα λεπτά η καθημερινότητα σταμάτησε. Οι πρώτες πληροφορίες μιλούσαν για μια τεράστια έκρηξη στο Μαρί. Κανείς δεν ήξερε ακόμη τι ακριβώς είχε συμβεί ούτε πόσο μεγάλη ήταν η καταστροφή.
Η πρώτη σκέψη που πέρασε από το μυαλό μου ήταν η Μαρίνα Αβραάμ. Ήξερα ότι έμενε στην περιοχή. Χωρίς δεύτερη σκέψη πήρα το τηλέφωνο. Μου απάντησε αμέσως. Ήταν ταραγμένη. «Είμαι καλά… Δεν ξέρω τι έγινε. Ακούστηκε μια τρομερή έκρηξη, το σπίτι σείστηκε, όλα κουνήθηκαν. Έχει φωτιά…»
Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα μόνο ότι είχε συμβεί κάτι πολύ μεγάλο. Κανείς μας δεν μπορούσε να φανταστεί πως, λίγη ώρα αργότερα, ολόκληρη η Κύπρος θα βυθιζόταν στο πένθος.
Όσο περνούσε η ώρα, οι ειδήσεις γίνονταν όλο και πιο βαριές. Δεκατρείς άνθρωποι δεν θα επέστρεφαν ποτέ στα σπίτια τους. Δεκατρείς οικογένειες θα περίμεναν μάταια να ανοίξει η πόρτα. Δεκατρείς ζωές κόπηκαν τόσο άδικα, την ώρα που εκτελούσαν το καθήκον τους. Από εκείνο το πρωινό δεν θυμάμαι μόνο τις εικόνες της καταστροφής. Θυμάμαι και το συναίσθημα. Εκείνη την αβεβαιότητα των πρώτων λεπτών. Την αγωνία να μάθεις αν οι άνθρωποί σου είναι καλά. Το σοκ όταν συνειδητοποιήσαμε όλοι το μέγεθος της τραγωδίας.

Το Μαρί δεν ήταν απλώς μια έκρηξη. Ήταν μια πληγή που άφησε το αποτύπωμά της σε μια ολόκληρη χώρα. Ήταν μια τραγωδία που μας δίδαξε με τον πιο σκληρό τρόπο ότι οι λανθασμένοι χειρισμοί έχουν κόστος. Και εκείνο το κόστος δεν μετρήθηκε σε αριθμούς, αλλά σε ανθρώπινες ζωές. Δεκαπέντε χρόνια μετά, οι εικόνες μπορεί να ξεθώριασαν, όμως η μνήμη όχι. Γιατί πίσω από τους τίτλους των ειδήσεων υπήρχαν άνθρωποι. Πατέρες, σύζυγοι, γιοι, αδέλφια. Άνθρωποι που έφυγαν κάνοντας το καθήκον τους και άφησαν πίσω τους ένα κενό που δεν πρόκειται να γεμίσει ποτέ.

Το λιγότερο που τους οφείλουμε είναι να μην ξεχάσουμε. Να θυμόμαστε τι έγινε εκείνο το πρωινό της 11ης Ιουλίου. Να θυμόμαστε γιατί χάθηκαν. Σήμερα, στον χώρο της Ναυτικής Βάσης «Ευάγγελος Φλωράκης» στο Μαρί, τελέστηκε το ετήσιο μνημόσυνο των 13 ηρώων, παρουσία της πολιτειακής και στρατιωτικής ηγεσίας, συγγενών των θυμάτων και πολιτών που βρέθηκαν εκεί για να αποτίσουν φόρο τιμής. Η σιωπή εκείνου του χώρου λέει περισσότερα από οποιονδήποτε λόγο. Γιατί εκεί, κάθε χρόνο, δεν τιμάται μόνο η μνήμη δεκατριών ανθρώπων. Ανανεώνεται και η υπόσχεση πως η θυσία τους δεν θα ξεχαστεί ποτέ.

Δεκαπέντε χρόνια πέρασαν κι όμως, κάθε 11η Ιουλίου το μυαλό μου γυρίζει πίσω σε εκείνο το πρωινό. Στο τηλεφώνημα που έκανα με αγωνία, στην αβεβαιότητα των πρώτων λεπτών και στην ώρα που όλοι καταλάβαμε ότι η Κύπρος μόλις είχε ζήσει μια από τις μεγαλύτερες τραγωδίες της.
Πολλές φορές σκέφτηκα ότι ίσως όσοι είχαν τις ευθύνες να πλήρωσαν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Όμως, όσο κι αν πέρασαν τα χρόνια, καμία τιμωρία δεν μπορεί να φέρει πίσω δεκατρείς ανθρώπους. Καμία απόφαση, καμία συγγνώμη και κανένα δικαστήριο δεν μπορεί να σβήσει τον πόνο των οικογενειών που έμειναν πίσω.





Για μένα, δικαιοσύνη δεν είναι η εκδίκηση. Δικαιοσύνη είναι να μην ξεχάσουμε ποτέ τι έγινε εκείνο το πρωινό. Να λέμε την αλήθεια, να μαθαίνουμε από τα λάθη μας και να κάνουμε ό,τι περνά από το χέρι μας ώστε να μη ζήσει ξανά αυτός ο τόπος μια τέτοια τραγωδία. Αυτό το χρωστάμε στους δεκατρείς ανθρώπους που έφυγαν τόσο άδικα και στις οικογένειές τους που συνεχίζουν να κουβαλούν το βάρος της απουσίας τους.





ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

