Από την πρώτη αναφορά του όρου το 1895 μέχρι την εποχή των social media, η διαδρομή ενός γεύματος που εξελίχθηκε σε παγκόσμια συνήθεια.Τα τελευταία χρόνια, το brunch γνωρίζει ιδιαίτερη άνθηση και στην Κύπρο, με ολοένα και περισσότερους να το επιλέγουν είτε για μια χαλαρή έξοδο το Σαββατοκύριακο είτε ως αφορμή για κοινωνικές συναντήσεις. Καφέ και εστιατόρια εμπλουτίζουν συνεχώς τα μενού τους με δημιουργικές προτάσεις, αποδεικνύοντας ότι το νέο αυτό trend έχει πλέον εδραιωθεί στην καθημερινότητα των Κυπρίων.
ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
Τα τελευταία χρόνια, το brunch έγινε κάτι περισσότερο από ένα γεύμα. Μετατράπηκε σε μια ολόκληρη εμπειρία: καφές, όμορφοι χώροι, γευστικό φαγητό, φωτογραφίες για τα social media και η αφορμή για συνάντηση με φίλους. Πώς όμως ξεκίνησαν όλα;
Σύμφωνα με το Oxford English Dictionary, η λέξη brunch προέρχεται από τον συνδιασμό των λέξεων breakfast και lunch. Περιγράφει το γεύμα που συνδυάζει το πρωινό με το μεσημεριανό και συνήθως καταναλώνεται αργά το πρωί ή λίγο πριν από το μεσημέρι.

Ο άνθρωπος που έδωσε όνομα στο brunch
Η προέλευση του όρου εντοπίζεται στη βικτωριανή Αγγλία, στα τέλη του 19ου αιώνα. Πρώτος που χρησιμοποίησε γραπτώς τη λέξη brunch ήταν ο Άγγλος συγγραφέας Guy Beringer, το 1895, στο άρθρο του με τίτλο «Brunch: A Plea», το οποίο δημοσιεύτηκε στο βρετανικό περιοδικό «Hunter’s Weekly». Μέσα από το άρθρο του, ο Beringer πρότεινε την ιδέα ενός πιο χαλαρού κυριακάτικου γεύματος, που θα σερβιριζόταν αργά το πρωί, αντί για το βαρύ παραδοσιακό μεσημεριανό. Το περιέγραφε ως μια εμπειρία χαλάρωσης και απόλαυσης, που θα έφερνε ανθρώπους πιο κοντά, δίνοντάς τους την ευκαιρία να κοινωνικοποιηθούν σε ένα πιο ευχάριστο περιβάλλον.

Κομμάτι από το άρθρο του Guy Beringer (εικόνα από το The Internet Archive)
Από το ξενόφερτο trend στην κυπριακή συνήθεια

Αν και δεν υπάρχει συγκεκριμένη χρονολογία που να σηματοδοτεί την εμφάνιση του brunch στην Κύπρο, η σύγχρονη κουλτούρα του άρχισε να αναπτύσσεται στις αρχές της δεκαετίας του 2010, όταν ολοένα και περισσότερα cafés και εστιατόρια άρχισαν να εντάσσουν ειδικά brunch μενού. Μέσα σε λίγα χρόνια, το brunch εξελίχθηκε σε μία από τις πιο δημοφιλείς συνήθειες εξόδου του Σαββατοκύριακου, ιδιαίτερα στις μεγάλες πόλεις.
Παρότι το σύγχρονο brunch αποτελεί μια ξενόφερτη γαστρονομική τάση, η ιδέα ενός πλούσιου και χορταστικού γεύματος ανάμεσα στο πρωινό και το μεσημεριανό δεν ήταν άγνωστη στους Κύπριους. Το παραδοσιακό «μπούκωμα», με ψωμί, χαλούμι, ελιές, αυγά και άλλα τοπικά προϊόντα, θυμίζει σε αρκετά σημεία τη φιλοσοφία του σημερινού brunch, έστω κι αν εξυπηρετούσε διαφορετικές ανάγκες και συνήθειες.
Τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, παρατηρείται μια επιστροφή στα παραδοσιακά κυπριακά προγεύματα. Σε αρκετά χωριά του νησιού, χώροι εστίασης σερβίρουν το λεγόμενο «μπούκωμα», προσφέροντας μια εμπειρία βασισμένη στις τοπικές γεύσεις και τη φιλοξενία. Η επιστροφή αυτή δεν αφορά μόνο το φαγητό, αλλά και την ανάγκη για πιο αυθεντικές εμπειρίες, που συνδέουν τη σύγχρονη έξοδο με την κυπριακή παράδοση.
Την ίδια στιγμή, στις μεγάλες πόλεις οι επιλογές για brunch έχουν πολλαπλασιαστεί. Πολλά καφέ και εστιατόρια έχουν μετατρέψει το brunch σε καθημερινή συνήθεια, ενώ ιδιαίτερα τα Σαββατοκύριακα αποτελεί μία από τις πιο δημοφιλείς επιλογές για χαλαρή έξοδο. Τα μενού περιλαμβάνουν από αυγά, pancakes και bowls μέχρι πιο δημιουργικές επιλογές πρωινού, συνοδευόμενες από specialty coffee, matcha και smoothies.
Από βρετανική ιδέα σε αμερικανική συνήθεια
Αν και ο όρος brunch εμφανίστηκε στη Βρετανία το 1895, δεν άργησε να περάσει και στις ΗΠΑ. Ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα συναντάται σε αμερικανικά δημοσιεύματα, ενώ αρκετοί ιστορικοί της γαστρονομίας υποστηρίζουν ότι η Νέα Ορλεάνη ήταν από τις πρώτες πόλεις όπου το brunch άρχισε να διαμορφώνεται ως ξεχωριστή γαστρινομική εμπειρία. Ωστόσο, η μεγάλη του άνθηση ήρθε τη δεκαετία του 1930, όταν ξενοδοχεία και εστιατόρια της Νέας Υόρκης, όπως το Hotel Lombardy, το καθιέρωσαν ως κυριακάτικη γαστρονομική συνήθεια.

Άρθρο στη «New York Times», το 1939 (εικόνα από The New York Times Archives)
Από τη δεκαετία του 1950 και έπειτα, το brunch άρχισε να αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη δημοτικότητα, κυρίως στις ΗΠΑ, καθώς τα κυριακάτικα γεύματα εξελίχθηκαν σε μια πιο χαλαρή κοινωνική συνήθεια. Σταδιακά, τα ξενοδοχεία και τα εστιατόρια εμπλούτισαν τα μενού τους με πιάτα που σήμερα θεωρούνται κλασικές επιλογές brunch: αυγά Benedict, pancakes, βάφλες, avocado toast και cocktails όπως η Mimosa και το Bloody Mary.
Τις επόμενες δεκαετίες, το brunch εξαπλώθηκε και σε άλλες χώρες, αποκτώντας διαφορετικό χαρακτήρα ανάλογα με την τοπική κουζίνα και τις διατροφικές συνήθειες. Από ένα γεύμα ανάμεσα στο πρωινό και το μεσημεριανό, εξελίχθηκε σε μια ολοκληρωμένη εμπειρία εξόδου που συνδέθηκε με τη χαλάρωση, την παρέα και την απόλαυση.
Πώς το brunch κατέκτησε τα social media
Στις αρχές του 21ου αιώνα, η εξάπλωση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης έδωσε νέα ώθηση στη δημοτικότητά του. Μέσα πό την αισθητική και τη φιλοσοφία του lifestyle, το brunch εξελίχθηκε σε μία παό τις μεγαλύτερες τάσεις των social media. Καλαίσθητα πιάτα, όπως τα αυγά ποσέ, το avocado toast, τα pancakes και τα πολύχρωμα yoghurt bowls, σε συνδιασμό με προσεγμένους χώρους, δημιούργησαν το ιδανικό σκηνικό για φωτογραφίες και αανρτήσεις στο Instagram και το TikTok. Παράλληλα, η κουτλούρα του «μοιράζομαι την εμπειρία» με φίλους και ακόλουθους συνέβαλε ώστε το brunch να μετατραπεί απί ένα απλό γεύμα σε μια ολοκληρωμένη εμπειρία εξόδου. Και κάπως έτσι δημιουργήθηκε ένας άτυπος «κανόνας» της ψηφιακής εποχής: πριν δοκιμάσεις το φαγητό, πρέπει πρώτα να το φωτογραφίσεις. Άλλωστε, όπως λέγεται συχνά στα social media «πρώτα τρώει η κάμερα και μετά όλοι οι άλλοι».

Πηγές πληροφοριών: ephemeralnewyork.wordpress.com, nytimes.com, «The Trajectory of Brunch: 1895 to the 1960s, From An Elite Meal to Domestic Comfort Food in the United States» – Candice Chiang, visitnicosia.com
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:


