Στάσεις χωρίς στέγαστρα, λανθασμένες πληροφορίες, αραιά δρομολόγια και προβλήματα στην εξυπηρέτηση συνθέτουν την εικόνα που κατέγραψε η Ελεγκτική Υπηρεσία
Να περιμένεις το λεωφορείο χωρίς να ξέρεις πότε θα περάσει, να ψάχνεις τη σωστή στάση και τελικά να χρειάζεσαι περισσότερο χρόνο για να φτάσεις στον προορισμό σου. Αυτή είναι η εικόνα που αναδεικνύει η ειδική έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας για τις δημόσιες συγκοινωνίες στη Λευκωσία, καταγράφοντας προβλήματα που επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητα των επιβατών. Το πιο ηχηρό εύρημα αφορά την πρόθεση των συμμετεχόντων να χρησιμοποιήσουν ξανά λεωφορείο, το 63% δήλωσε ότι δεν θα το επέλεγε ξανά. Ένα αποτέλεσμα που αναδεικνύει τη δυσκολία των δημόσιων συγκοινωνιών να αποτελέσουν αξιόπιστη εναλλακτική απέναντι στο ιδιωτικό αυτοκίνητο.

Η Ελεγκτική Υπηρεσία δεν περιορίστηκε στην εξέταση εγγράφων και στοιχείων. Μέλη του προσωπικού της χρησιμοποίησαν τα λεωφορεία ως απλοί επιβάτες, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση του παρόχου, συμπληρώνοντας συνολικά 204 ερωτηματολόγια. Η αξιολόγηση περιλάμβανε επαναλαμβανόμενες διαδρομές, σε διαφορετικές ημέρες, ώστε να καταγραφεί η πραγματική εμπειρία της μετακίνησης.
Τα ευρήματα για τις στάσεις είναι αποκαλυπτικά. Στο 55% όσων εξετάστηκαν δεν υπήρχε καμία ενημέρωση για τα δρομολόγια, ενώ συστήματα τηλεματικής για ενημέρωση σε πραγματικό χρόνο εντοπίστηκαν μόλις στο 13%. Σχεδόν μία στις τρεις στάσεις, ποσοστό 32%, δεν διέθετε στέγαστρο, ενώ στο 22% έλειπαν τόσο το στέγαστρο όσο και το κάθισμα. Για τους επιβάτες, αυτό σημαίνει αναμονή χωρίς βασικές διευκολύνσεις, την ώρα που η έλλειψη αξιόπιστης πληροφόρησης δυσκολεύει ακόμη περισσότερο τον προγραμματισμό της διαδρομής. Και σαν να μην έφταναν αυτά, η έκθεση εντόπισε λανθασμένα ωράρια, ανακριβείς τοποθεσίες στάσεων και ασυμφωνίες μεταξύ της επίσημης ιστοσελίδας και των εφαρμογών ενημέρωσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι στάσεις βρίσκονταν 85 ή ακόμη και 135 μέτρα μακριά από το σημείο που υποδείκνυαν οι ηλεκτρονικές πληροφορίες, ενώ καταργημένες στάσεις εξακολουθούσαν να εμφανίζονται στα συστήματα.
Η συχνότητα των δρομολογίων αποτελεί ένα ακόμη σοβαρό ζήτημα. Σε ορισμένες γραμμές, τα λεωφορεία περνούσαν ανά μία ή δύο ώρες, ενώ η ανάγκη μετεπιβίβασης σε δεύτερο λεωφορείο αύξανε τόσο τον χρόνο όσο και το κόστος της μετακίνησης.
Παράλληλα, η ενημέρωση μέσα στα λεωφορεία για τις επόμενες στάσεις και τον χρόνο άφιξης δεν ήταν πάντοτε επαρκής. Στα προβλήματα που καταγράφηκαν περιλαμβάνεται και η αδυναμία πληρωμής με τραπεζική κάρτα, ένας περιορισμός που δυσκολεύει την πρόσβαση σε μια υπηρεσία που καλείται να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες ανάγκες.

Η έκθεση καταγράφει και θετικά στοιχεία. Η συμπεριφορά και ο τρόπος οδήγησης των οδηγών αξιολογήθηκαν γενικά θετικά, ενώ η καθαριότητα κρίθηκε ικανοποιητική στο 74% των στάσεων που εξετάστηκαν. Θετικές ήταν επίσης ορισμένες εμπειρίες εξυπηρέτησης από προσωπικό σε σταθμούς και από το τηλεφωνικό κέντρο. Ωστόσο, εντοπίστηκε και περιστατικό κατά το οποίο οδηγός αρνήθηκε να συνεργαστεί για την προβλεπόμενη εξυπηρέτηση ατόμου με αναπηρία, αναδεικνύοντας ότι η προσβασιμότητα δεν εξασφαλίζεται μόνο με υποδομές, αλλά απαιτεί και την κατάλληλη εξυπηρέτηση.
Το ερώτημα είναι κατά πόσο οι δημόσιες συγκοινωνίες μπορούν να πείσουν τους πολίτες να αφήσουν το αυτοκίνητό τους. Όταν ο επιβάτης δεν γνωρίζει με ακρίβεια πότε θα περάσει το λεωφορείο, περιμένει σε μια στάση χωρίς τις απαραίτητες υποδομές και ενδέχεται να χρειαστεί επιπλέον μετεπιβίβαση, η επιλογή του μέσου γίνεται δύσκολη υπόθεση.
Η έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας καταγράφει αδυναμίες που αφορούν τόσο την ποιότητα της υπηρεσίας όσο και την καθημερινή εμπειρία των επιβατών. Το ζητούμενο πλέον είναι οι διαπιστώσεις να μετατραπούν σε ουσιαστικές αλλαγές, με αξιόπιστα δρομολόγια, σωστή ενημέρωση, καλύτερες στάσεις και εξυπηρέτηση που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες όλων. Γιατί, τελικά, το λεωφορείο δεν αρκεί να υπάρχει ως επιλογή. Πρέπει και να μπορεί να εξυπηρετήσει τον πολίτη.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

