Μείωση που ξεπερνά το 20% στην ηλιακή ακτινοβολία που φτάνει στα φωτοβολταϊκά συστήματα της Κύπρου καταγράφεται κατά τη διάρκεια έντονων επεισοδίων σκόνης, σύμφωνα με νέα μελέτη του Ινστιτούτο Κύπρου.
Όπως επισημαίνουν οι ερευνητές, οι μεγαλύτερες απώλειες παρατηρούνται σε αίθριες ημέρες, όταν υπό κανονικές συνθήκες τα φωτοβολταϊκά θα λειτουργούσαν με υψηλή απόδοση. Την ίδια ώρα, τα επεισόδια σκόνης μπορούν να επιφέρουν απότομες και δύσκολα προβλέψιμες διακυμάνσεις στην παραγωγή, γεγονός που δημιουργεί πρόσθετες απαιτήσεις για τη διαχείριση και τη σταθερότητα του ηλεκτρικού δικτύου.

Η έρευνα υλοποιήθηκε από το Ινστιτούτο Κύπρου σε συνεργασία με το Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου και με τη συμμετοχή φορέων της βιομηχανίας. Τα ευρήματα αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για μια χώρα που επενδύει στρατηγικά στην αξιοποίηση της ηλιακής ενέργειας, ενώ παράλληλα πλήττεται συχνά από μεταφορά σκόνης από την ευρύτερη περιοχή.
Η μείωση αυτή αποτυπώνεται άμεσα και στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία εμφανίζεται αισθητά χαμηλότερη σε σύγκριση με ημέρες όπου η ατμόσφαιρα είναι καθαρή.
Στο πλαίσιο της μελέτης αναπτύχθηκε νέο μοντέλο μηχανικής μάθησης και αναλύθηκαν περισσότερες από 1,6 εκατομμύρια ωριαίες μετρήσεις από 472 εγκαταστάσεις φωτοβολταϊκών σε ολόκληρη την Κύπρο. Η ανάλυση επέτρεψε τον σαφή διαχωρισμό της επίδρασης της σκόνης από εκείνη της νεφοκάλυψης, προσφέροντας ακριβέστερη εικόνα για το πότε και σε ποιο βαθμό επηρεάζεται η παραγωγή.

Ο Δρ. Θεόδωρος Χριστούδιας, Αναπληρωτής Καθηγητής στο Κέντρο Αριστείας για την Κλιματική και Ατμοσφαιρική Έρευνα (CARE-C), ανέφερε ότι η ατμοσφαιρική σκόνη αποτελεί έναν από τους βασικούς επιβαρυντικούς παράγοντες για τα συστήματα ηλιακής ενέργειας στη Μεσόγειο. Όπως σημείωσε, η ωριαία καταγραφή των απωλειών σε πραγματικές συνθήκες λειτουργίας ενισχύει την ακρίβεια των προβλέψεων και δίνει τη δυνατότητα έγκαιρης προετοιμασίας των διαχειριστών του συστήματος απέναντι σε αιφνίδιες μειώσεις παραγωγής. Η μελέτη πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του έργου PV DUST, το οποίο χρηματοδοτείται από τον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο πλαίσιο του NextGenerationEU, μέσω του Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας (ΙδΕΚ).
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:


