Αισθητά αυξημένο είναι το κόστος μιας εξόδου για φαγητό στην Κύπρο, με τις τιμές στην εστίαση να έχουν καταγράψει σημαντική άνοδο τα τελευταία χρόνια. Ενδεικτικά, μια έξοδος που το 2023 κόστιζε €100, σήμερα φτάνει κατά μέσο όρο τα €126.
Τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας καταγράφουν τη σημαντική αύξηση των τιμών, ενώ εκπρόσωποι των καταναλωτών και του κλάδου της εστίασης επιβεβαιώνουν ότι το κόστος έχει ανέβει αισθητά, αποδίδοντας την εξέλιξη σε διαφορετικούς παράγοντες.

Σύμφωνα με τον Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, με μήνα αναφοράς τον Αύγουστο του 2026, οι τιμές στην κατηγορία «εστίαση και παροχή καταλύματος» είναι αυξημένες κατά 45,6% σε σχέση με το 2020, κατά 26% σε σύγκριση με το 2023 και κατά 13% σε σχέση με πέρσι. Με βάση τις συγκεκριμένες αυξήσεις, για υπηρεσίες που σήμερα κοστίζουν €100, το αντίστοιχο κόστος το 2020 ήταν περίπου €68,68, ενώ το 2023 ανερχόταν στα €79,37.
Η άνοδος στις τιμές της εστίασης καταγράφεται την ίδια ώρα που έχουν αυξηθεί και τα λειτουργικά έξοδα των επιχειρήσεων. Ωστόσο, σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, οι αυξήσεις σε βασικές κατηγορίες κόστους εμφανίζονται μικρότερες.
Στα τρόφιμα και ποτά, τον Αύγουστο του 2026 καταγράφηκε αύξηση 29% σε σχέση με το 2020, ενώ από το 2023 μέχρι σήμερα η αύξηση περιορίζεται στο 4,7%. Στην κατηγορία «στέγαση, ύδρευση, ηλεκτρικό ρεύμα, φυσικό αέριο και άλλα καύσιμα», η αύξηση από το 2020 ανέρχεται στο 36%, ενώ από το 2023 μέχρι σήμερα φτάνει το 2,7%. Την ίδια στιγμή, η αύξηση των τιμών στην εστίαση φαίνεται να έχει επηρεάσει σημαντικά τη δυνατότητα των οικογενειών να πραγματοποιούν συχνά εξόδους για φαγητό.

Η εικόνα αυτή αποκτά μεγαλύτερη σημασία εάν συγκριθεί με την πορεία των απολαβών. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας, οι μέσες μηνιαίες απολαβές, διορθωμένες ως προς τις εποχικές διακυμάνσεις, αυξήθηκαν το πρώτο τρίμηνο του 2026 κατά 31,8% σε σχέση με το 2020 και κατά 14,9% σε σχέση με το 2023. Η αύξηση των απολαβών, επομένως, δεν κινήθηκε στον ίδιο ρυθμό με την άνοδο των τιμών στην εστίαση.
Την αύξηση των τιμών επιβεβαιώνει στο ΚΥΠΕ ο Πρόεδρος του Κυπριακού Συνδέσμου Καταναλωτών, Μάριος Δρουσιώτης. Όπως ανέφερε, καταγράφεται σημαντική αύξηση στις τιμές της εστίασης, σημειώνοντας ωστόσο ότι ο Σύνδεσμος δεν ήταν φέτος σε θέση να πραγματοποιήσει την αντίστοιχη έρευνα που είχε διεξαγάγει τα προηγούμενα χρόνια, με στοιχεία από περίπου 200 εστιατόρια. Σε ό,τι αφορά τα παράπονα που φτάνουν στον Σύνδεσμο, ο κ. Δρουσιώτης ανέφερε ότι μεταξύ των συχνότερων είναι οι χρεώσεις για είδη που οι καταναλωτές δεν είχαν παραγγείλει, καθώς και περιπτώσεις αυξημένων χρεώσεων.

Από την πλευρά του κλάδου, ο Γενικός Γραμματέας του Παγκύπριου Συνδέσμου Ιδιοκτητών Κέντρων Αναψυχής (ΠΑΣΙΚΑ), Φάνος Λεβέντης, ανέφερε στο ΚΥΠΕ ότι οι αυξήσεις στις τιμές είναι δεδομένες, αλλά, όπως υποστήριξε, υπάρχουν και αυξημένα κόστη που τις επηρεάζουν. Όπως ανέφερε, μετά την πανδημία καταγράφεται συνεχής αύξηση στις τιμές των πρώτων υλών, ενώ στις πιέσεις που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις προστίθενται οι γεωπολιτικές εξελίξεις και το υψηλό ενεργειακό κόστος.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην ενέργεια, σημειώνοντας ότι πλέον αποτελεί σημαντικό μέρος του συνολικού κόστους λειτουργίας μιας επιχείρησης εστίασης. Όπως εξήγησε, παλαιότερα το κόστος της ενέργειας δεν υπολογιζόταν με τον ίδιο τρόπο στην κοστολόγηση των τροφίμων και των ποτών, καθώς θεωρείτο δεδομένο. Σήμερα, όπως είπε, η μη συμπερίληψή του στην κοστολόγηση μπορεί να δημιουργήσει σημαντική απόκλιση. Ο ΓΓ του ΠΑΣΙΚΑ αναφέρθηκε επίσης στην αύξηση των τιμών των αλκοολούχων ποτών, σημειώνοντας ότι αυτή έχει ως αποτέλεσμα να αυξάνεται και η κατά κεφαλή δαπάνη των επισκεπτών στους χώρους εστίασης. Σε σχέση με το γεγονός ότι ο πληθωρισμός στις υπηρεσίες εξακολουθεί να βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα, ακόμη και όταν σε άλλους τομείς της οικονομίας οι αυξήσεις έχουν περιοριστεί, ο κ. Λεβέντης επανέλαβε ότι το ενεργειακό κόστος διαδραματίζει σημαντικό ρόλο.
Ο κ. Λεβέντης αναγνώρισε παράλληλα ότι ενδεχομένως να υπάρχουν περιπτώσεις αυξήσεων που δεν δικαιολογούνται. Τόνισε, ωστόσο, ότι μέσα στο σημερινό περιβάλλον υπάρχουν και επιχειρήσεις που προχωρούν σε προσφορές και μειώσεις τιμών, στην προσπάθειά τους να προσελκύσουν πελάτες.
Όπως ανέφερε, οι επιχειρηματίες βρίσκονται ουσιαστικά ανάμεσα στην ανάγκη να διαμορφώσουν τιμές που θα διασφαλίζουν τη βιωσιμότητα της επιχείρησης και στην ανάγκη να λαμβάνουν υπόψη την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών. «Είναι μια δύσκολη εξίσωση», ανέφερε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι οι επιχειρήσεις δεν έχουν όλες την ίδια δυνατότητα να διαχειριστούν τις αυξημένες πιέσεις. Παράλληλα, σημείωσε ότι υπάρχει σημαντικό εύρος τιμών μεταξύ των επιχειρήσεων, γεγονός που, όπως είπε, δίνει στους καταναλωτές τη δυνατότητα επιλογής.

Αναφερόμενος στη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων εστίασης, ο ΓΓ του ΠΑΣΙΚΑ είπε ότι μια επιχείρηση χρειάζεται καθαρό κέρδος περίπου 10% για να θεωρείται υγιής. Ωστόσο, όπως ανέφερε, αρκετές επιχειρήσεις αυτή την περίοδο δεν καταφέρνουν να φτάσουν το συγκεκριμένο ποσοστό, ενώ ένας σημαντικός αριθμός, παρά την επισκεψιμότητα που παρουσιάζει, αντιμετωπίζει δυσκολίες στην προσπάθεια να παραμείνει βιώσιμος. Το αυξημένο κόστος για τον καταναλωτή, επομένως, συνυπάρχει με ένα περιβάλλον σημαντικών πιέσεων για τις ίδιες τις επιχειρήσεις, δημιουργώντας μια δύσκολη ισορροπία στην αγορά της εστίασης.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:


