Σημάδια στο σώμα, αναφορές για βία στο σπίτι, πείνα, παραμελημένη εμφάνιση και έντονα προβλήματα συμπεριφοράς περιέγραψε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας η εκπαιδευτικός που είχε τον Στυλιανό Κωνσταντίνου μαθητή στην Α’ Δημοτικού.
Η Ε.Σ., η οποία δίδαξε τον 14χρονο κατά τη σχολική χρονιά 2010-2011, κατέθεσε σήμερα ως μάρτυρας κατηγορίας στο πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας για τις συνθήκες του θανάτου του. Μέσα από την κατάθεσή της, που είχε δώσει το 2020 σε ποινικό ανακριτή, περιέγραψε όσα είχε διαπιστώσει η ίδια στο σχολείο, αλλά και όσα της είχε αναφέρει ο ίδιος ο Στυλιανός.
Όπως ανέφερε, σε ηλικία περίπου έξι ετών ο Στυλιανός παρουσίαζε δυσκολίες στη συμπεριφορά και στη μάθηση και είχε σχολική συνοδό. Έσπρωχνε θρανία, προκαλώντας τραυματισμούς σε συμμαθητές του, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις είχε τάσεις φυγής.
Μάλιστα, έκανε κάμψεις μέσα στην τάξη, λέγοντας ότι ήθελε «να γίνει δυνατός και να τους δέρει ούλλους». Ιδιαίτερη αναφορά έκανε η εκπαιδευτικός σε όσα της είχε πει το παιδί για τον πατέρα του. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, ο Στυλιανός της είχε αναφέρει ότι ο πατέρας του «δέρνει τους ούλλους και τη μάνα μου και τα αρνιά και εμένα». Η δασκάλα είπε ακόμη ότι το παιδί έδειχνε να θαυμάζει τον πατέρα του, αλλά παράλληλα να τον φοβάται και να τον μισεί, ιδιαίτερα λόγω της συμπεριφοράς του απέναντι στη μητέρα του.
Η μάρτυρας περιέγραψε επίσης την εικόνα του παιδιού κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς. Όπως είπε, ενώ την πρώτη ημέρα ήταν ένα «πολύ ευγενικό παιδί, πολύ μαζεμένο, ισχνό», στην πορεία άρχισαν να εμφανίζονται στο πρόσωπο και στα χέρια του «μουτζούρες», ενώ τα ρούχα του συχνά ήταν λερωμένα, φορεμένα για αρκετές ημέρες και με άσχημη μυρωδιά. Αναφέρθηκε και στη διατροφή του. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, ο Στυλιανός συχνά έλεγε ότι πεινούσε και όταν τον ρωτούσαν τι είχε φάει στο σπίτι απαντούσε συνήθως ότι είχε φάει ψωμί, ελιές ή μακαρόνια. Συχνά δεν έφερνε φαγητό στο σχολείο και, όπως ανέφερε η εκπαιδευτικός, η σχολική συνοδός του πολλές φορές του αγόραζε φαγητό.
Το σχολείο είχε ζητήσει, σύμφωνα με την ίδια, να συμμετέχει σε απογευματινή λέσχη, όπου θα μπορούσε να σιτίζεται και να μην εργάζεται. Ωστόσο, η συμμετοχή του ήταν για μικρό χρονικό διάστημα.
Η μάρτυρας κατέθεσε ότι είχε δει αρκετές φορές εκδορές στο σώμα του. Σε μία περίπτωση, όπως είπε, εμφανίστηκε στο σχολείο με τραύμα στο κεφάλι και «πηχτά αίματα», υποστηρίζοντας ότι είχε χτυπήσει σε δέντρο. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και σε σημάδι από κάψιμο τσιγάρου που είχε εντοπίσει στο σώμα του. Όπως ανέφερε, το σημάδι δεν ήταν φρέσκο και το περιστατικό αναφέρθηκε αμέσως. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, υπήρχε ενημέρωση από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας ότι οι εκπαιδευτικοί θα έπρεπε να αναζητούν πρόσφατα σημάδια, καθώς, όπως τους είχε αναφερθεί, μόνο στην περίπτωση φρέσκων σημαδιών μπορούσαν οι Υπηρεσίες να προχωρήσουν την υπόθεση.

Στην κατάθεσή της η εκπαιδευτικός αναφέρθηκε και σε πολυθεματική συνάντηση που πραγματοποιήθηκε τον Μάρτιο του 2011, στην οποία συμμετείχε για πρώτη φορά και ο πατέρας του παιδιού. Όπως κατέθεσε, μετά τη συζήτηση για τις συνθήκες διαβίωσης της οικογένειας και τη συμπεριφορά του Στυλιανού, ο πατέρας φέρεται να αντέδρασε έντονα. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, πήγε στο σπίτι, πήρε το κυνηγετικό του όπλο και επέστρεψε στο σχολείο, όπου την απείλησε ότι θα της «κόψει τα πόδια».
Σύμφωνα με τη μάρτυρα, πήγε στο σπίτι, πήρε το κυνηγετικό του όπλο και επέστρεψε στο σχολείο, όπου την απείλησε ότι θα της «κόψει τα πόδια».
Η ίδια ανέφερε ότι μετά τις πολυθεματικές συναντήσεις η συμπεριφορά του Στυλιανού άλλαζε. Όπως είπε, το παιδί ερχόταν την επόμενη ημέρα στο σχολείο εμφανώς θυμωμένο, καθώς, σύμφωνα με όσα του έλεγαν οι γονείς του, οι εκπαιδευτικοί μιλούσαν άσχημα για εκείνον και ήθελαν να τον απομακρύνουν από την οικογένειά του. Η μάρτυρας ανέφερε χαρακτηριστικά ότι ο Στυλιανός ρωτούσε με έντονο θυμό αν είχαν ειπωθεί τέτοια πράγματα και χρειαζόταν αρκετός χρόνος για να ηρεμήσει και να μπορέσει να ακούσει όσα του έλεγαν.

Σε ό,τι αφορά τη σχολική του επίδοση, η εκπαιδευτικός ανέφερε ότι μέχρι το Πάσχα ο Στυλιανός είχε καταφέρει να μάθει πρόσθεση μέχρι το δέκα και νοερούς υπολογισμούς μέχρι το πέντε, ενώ οι υπόλοιποι μαθητές είχαν προχωρήσει σε πολλαπλασιασμό και διαίρεση. Μετά από πολυθεματική συνάντηση, το σχολείο ενημερώθηκε ανεπίσημα, σύμφωνα με τη μάρτυρα, για τα αποτελέσματα αξιολόγησης, τα οποία φέρεται να έδειχναν «οριακή νοημοσύνη».
Η εκπαιδευτικός αναφέρθηκε ακόμη σε όσα της διηγείτο ο Στυλιανός για τη ζωή στη φάρμα. Όπως είπε, το παιδί μιλούσε για άγριους σκύλους που επιτίθεντο στα αρνιά και για ένα συγκεκριμένο αρνί στο οποίο είχε ιδιαίτερη αδυναμία.
Σύμφωνα με τη μαρτυρία, ο πατέρας του φέρεται να έσφαξε το συγκεκριμένο ζώο «για παραδειγματισμό», γεγονός που είχε προκαλέσει έντονη συναισθηματική αντίδραση στο παιδί. Η μάρτυρας κατέθεσε επίσης ότι σε αρχικό στάδιο η μητέρα του Στυλιανού της είχε μιλήσει για περιστατικά βίας από τον σύζυγό της. Όπως ανέφερε, η μητέρα της είχε πει ότι ο σύζυγός της την είχε χτυπήσει επειδή δεν είχε μαγειρέψει, ενώ δυσκολευόταν να ξυπνήσει το πρωί λόγω της φαρμακευτικής αγωγής που λάμβανε.
Στη συνέχεια, σύμφωνα με τη μάρτυρα, η μητέρα δεν της ανέφερε πλέον περιστατικά βίας. Η εκπαιδευτικός περιέγραψε, επίσης, δυσκολίες στην επικοινωνία μαζί της. Την ίδια ώρα, ο Στυλιανός, όπως είπε, συχνά επέλεγε να μένει μόνος στα διαλείμματα και να μιλά με τη σχολική συνοδό του. Όταν τον παρότρυναν να παίξει με τα άλλα παιδιά, προτιμούσε να ξεκουραστεί και έδειχνε να μην έχει ενέργεια. «Ήταν κλειστός χαρακτήρας ως παιδί, ωστόσο νομίζω ότι τον είχαν συνεπάρει οι δυσκολίες και οι σκέψεις του. Νομίζω δεν ήταν η πραγματικότητα του χαρακτήρα του», ανέφερε η εκπαιδευτικός.
Σύμφωνα με την κατάθεσή της, το σχολείο ενημέρωνε τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας για τα προβλήματα που εντόπιζε, μεταξύ άλλων για ζητήματα καθαριότητας, σίτισης και τις αναφορές του παιδιού για βία στο οικογενειακό περιβάλλον. Η αντεξέταση της μάρτυρος από την υπεράσπιση έχει οριστεί για τις 11 Σεπτεμβρίου, στις 11:00.
Η υπόθεση αφορά τον θάνατο του 14χρονου Στυλιανού Κωνσταντίνου τον Σεπτέμβριο του 2019. Το Δικαστήριο εξετάζει τις συνθήκες που προηγήθηκαν του θανάτου του και ενδεχόμενες ευθύνες τόσο στο οικογενειακό περιβάλλον όσο και σε σχέση με τον χειρισμό της υπόθεσης από κρατικές υπηρεσίες.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

