Ανησυχία για την κατάσταση των ευρωπαϊκών ποταμών προκαλούν τα ευρήματα νέας μελέτης, με την Ισπανία και τη Βουλγαρία να καταγράφουν τις πιο κρίσιμες επιδόσεις μεταξύ των χωρών που εξετάστηκαν. Την ίδια ώρα, η Σλοβενία είναι η μόνη χώρα που εμφανίζει πορεία πλήρως συμβατή με τους περιβαλλοντικούς στόχους που έχουν τεθεί για το 2030.
Η μελέτη, με επικεφαλής ερευνητική ομάδα του Πολυτεχνικού Πανεπιστημίου της Βαλένθια (UPV), αξιοποίησε στοιχεία της περιόδου 2015-2021 και εξετάζει την εξέλιξη βασικών δεικτών που συνδέονται με την ποιότητα των ποτάμιων οικοσυστημάτων στην Ευρώπη. Παρά τις σημαντικές βελτιώσεις που έχουν καταγραφεί σε αρκετές χώρες, η εικόνα δεν είναι ίδια παντού. Η οργανική ρύπανση μειώθηκε σε 14 από τις 18 χώρες που μελετήθηκαν, ενώ οι συγκεντρώσεις φωσφορικών μειώθηκαν σε 11 από τις 16 χώρες για τις οποίες υπήρχαν επαρκή στοιχεία.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, επτά χώρες παρουσιάζουν σήμερα ευνοϊκή εικόνα. Ωστόσο, μόνο η Σλοβενία φαίνεται να κινείται με ρυθμό που θεωρείται πλήρως συμβατός με την επίτευξη των περιβαλλοντικών στόχων του 2030.
Θετική αξιολόγηση έλαβαν επίσης η Φινλανδία, η Εσθονία, η Ιρλανδία, η Ιταλία και η Δανία, με τους ερευνητές να επισημαίνουν ότι απαιτείται διατήρηση ή και ενίσχυση των υφιστάμενων πολιτικών, ώστε να επιτευχθούν ή να διατηρηθούν βιώσιμα επίπεδα. Στον αντίποδα βρίσκονται το Βέλγιο, η Βουλγαρία, η Λιθουανία, η Ρουμανία, η Σουηδία και η Ισπανία, με τις δύο τελευταίες χώρες να αντιμετωπίζουν σημαντικές προκλήσεις.
Ισπανία και Βουλγαρία παρουσιάζουν την πιο κρίσιμη εικόνα, καθώς συνδυάζουν υψηλά επίπεδα ρύπανσης με δυσμενείς τάσεις σε ορισμένους από τους βασικούς δείκτες που εξετάστηκαν.
Στην Ισπανία, ειδικότερα, το οργανικό φορτίο ρύπανσης έχει μειωθεί, παραμένει όμως σε υψηλά επίπεδα. Την ίδια περίοδο, οι συγκεντρώσεις φωσφορικών αυξήθηκαν από το 2015 έως το 2021, εξέλιξη που, σύμφωνα με τους ερευνητές, απομακρύνει τη χώρα από τους στόχους του 2030. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με την ανάγκη περιορισμού των εισροών θρεπτικών συστατικών στα ποτάμια οικοσυστήματα, καθώς η υπερβολική παρουσία τους μπορεί να συμβάλει σε φαινόμενα ευτροφισμού.
Όπως επισημαίνει η επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, Μαρία Παντσές, δεν αρκεί να γνωρίζουμε σε ποια κατάσταση βρίσκονται σήμερα τα ποτάμια. Εξίσου σημαντικό είναι να εξετάζεται πόσο γρήγορα βελτιώνεται ή επιδεινώνεται η ποιότητά τους και αν ο συγκεκριμένος ρυθμός είναι αρκετός για την επίτευξη των περιβαλλοντικών στόχων. Η βελτίωση που καταγράφεται σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες αποδίδεται, μεταξύ άλλων, στην πρόοδο που έχει σημειωθεί στη συλλογή και επεξεργασία λυμάτων, αλλά και στα μέτρα για τον περιορισμό της απορροής θρεπτικών συστατικών.
Οι ερευνητές, ωστόσο, προειδοποιούν ότι σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης θα χρειαστεί περαιτέρω ενίσχυση των μέτρων. Για την αξιολόγηση της κατάστασης αναπτύχθηκε ο δείκτης Human Pressure on River Ecosystems (HPRE), ο οποίος μετατρέπει διαθέσιμα δεδομένα της Eurostat σε συγκρίσιμη κλίμακα από 0 έως 100. Ο δείκτης συνδυάζει στοιχεία για τη βιοχημική ζήτηση οξυγόνου, που συνδέεται με την οργανική ρύπανση, και τις συγκεντρώσεις φωσφορικών, που σχετίζονται με την εισαγωγή θρεπτικών συστατικών και τον ευτροφισμό.
Οι ίδιοι οι ερευνητές διευκρινίζουν πάντως ότι ο δείκτης αποτελεί διαγνωστικό εργαλείο και δεν μπορεί από μόνος του να αποτυπώσει το σύνολο της οικολογικής κατάστασης ενός ποταμού. Για μια πληρέστερη εικόνα απαιτούνται επιπλέον βιολογικά και υδρομορφολογικά δεδομένα, καθώς και στοιχεία για άλλους ρύπους.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

