Ένα σημαντικό κομμάτι από την ιστορία της αρχαίας Παλαιπάφου έρχεται στο φως μέσα από τις ανασκαφές στη θέση Μάρτσελλο, στα Κούκλια, όπου οι αρχαιολόγοι εντόπισαν στοιχεία που αποκαλύπτουν την εξέλιξη ενός μεγάλου οχυρωματικού έργου, το οποίο ανάγεται στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού.
Η ανασκαφική περίοδος Αυγούστου – Σεπτεμβρίου 2026 ολοκληρώθηκε με νέα ευρήματα, τα οποία, σύμφωνα με το Τμήμα Αρχαιοτήτων, προσφέρουν για πρώτη φορά τεκμηρίωση για την ύπαρξη ενός μνημειώδους οχυρωματικού περιβόλου στην Παλαίπαφο εκείνης της εποχής. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Κωνσταντίνου Κοπανιά. Στο επίκεντρο βρέθηκε η εξέλιξη ενός προμαχώνα, ο οποίος ενισχύθηκε και ενσωματώθηκε σε μεταγενέστερη φάση σε έναν μεγαλύτερο οχυρωματικό πύργο.
Το σημαντικότερο αρχιτεκτονικό εύρημα της φετινής περιόδου είναι ένας ορθογώνιος προμαχώνας, ο οποίος προεξείχε από το τείχος και χρονολογείται στην Υστεροκυπριακή ΙΙΙΑ περίοδο, προς το τέλος της Εποχής του Χαλκού.
Σε επόμενη οικοδομική φάση, προστέθηκε μια κατασκευή σε σχήμα Π, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα σχεδόν τετράγωνο κτίσμα, διαστάσεων περίπου 7,4 επί 7,3 μέτρων. Στο εσωτερικό του διαμορφώθηκε ένας θάλαμος περίπου εννέα τετραγωνικών μέτρων. Το μεγάλο πάχος των τοίχων, η σχεδόν τετράγωνη κάτοψη και η ύπαρξη του εσωτερικού χώρου οδηγούν τους αρχαιολόγους στην εκτίμηση ότι επρόκειτο για οχυρωματικό πύργο. Από την κατασκευή σώζονται σήμερα μόνο τα θεμέλια, γεγονός που δεν επιτρέπει τον προσδιορισμό του αρχικού ύψους της. Η οχύρωση φαίνεται ότι ενισχύθηκε ξανά ήδη κατά την ίδια περίοδο, με την προσθήκη ενός τοίχου πάχους περίπου 2,7 μέτρων στη βορειοδυτική πλευρά του πύργου. Οι διαδοχικές αυτές παρεμβάσεις μαρτυρούν ότι το οχυρωματικό έργο δεν παρέμεινε στατικό, αλλά ενισχυόταν κατά τη διάρκεια της Ύστερης Εποχής του Χαλκού.
Τα νέα στοιχεία ενισχύουν τη χρονολόγηση της αρχικής φάσης του τείχους στην Υστεροκυπριακή ΙΙΓ–ΙΙΙΑ περίοδο. Κατά τη φετινή ανασκαφή αποκαλύφθηκε ένα αδιατάρακτο αρχαιολογικό στρώμα, στο οποίο εντοπίστηκε κεραμική της ίδιας περιόδου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και μια συγκέντρωση μάργας, η οποία βρέθηκε στην επιφάνεια του στρώματος και εκτιμάται ότι χρησιμοποιήθηκε κατά την κατασκευή του τείχους. Το υλικό είχε τοποθετηθεί πάνω από τα λίθινα θεμέλια, δημιουργώντας μια επίπεδη βάση για την ανωδομή, η οποία κατασκευαζόταν από ωμόπλινθους. Η ιστορία της οχύρωσης, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην Εποχή του Χαλκού. Κατά τον 4ο αιώνα π.Χ., στην ύστερη Κυπροκλασική περίοδο, προστέθηκε ακόμη ένας τοίχος για την ενίσχυση της βορειοανατολικής και της νοτιοανατολικής πλευράς του πύργου. Η χρονολόγηση της παρέμβασης βασίζεται στην κεραμική που εντοπίστηκε στην τάφρο θεμελίωσής του. Την ίδια περίπου περίοδο φαίνεται πως πραγματοποιήθηκε και σημαντική διαπλάτυνση του τείχους.
Παρά τα νέα δεδομένα, ένα βασικό ερώτημα παραμένει αναπάντητο: δεν έχουν εντοπιστεί μέχρι στιγμής στην περιοχή που ερευνά το ΕΚΠΑ οικοδομικές φάσεις της Κυπρογεωμετρικής ή της Κυπροαρχαϊκής περιόδου. Έτσι, δεν έχει ακόμη διευκρινιστεί αν η οχύρωση χρησιμοποιούνταν αδιάλειπτα από το τέλος της Εποχής του Χαλκού μέχρι την Κυπροκλασική περίοδο.
Η θέση Μάρτσελλο βρίσκεται λιγότερο από ένα χιλιόμετρο βορειοανατολικά του ιερού της Αφροδίτης στην Παλαίπαφο. Οι παλαιότερες ανασκαφές από βρετανική και γερμανοελβετική αποστολή, καθώς και από το Πανεπιστήμιο Κύπρου, είχαν ήδη φέρει στο φως ένα επίμηκες τείχος, μια μνημειακή πύλη και άλλα σημαντικά αρχαιολογικά κατάλοιπα.
Ωστόσο, η χρονολόγηση και η ερμηνεία ορισμένων από αυτά παρέμεναν ανοιχτά ζητήματα. Από το 2021, το ΕΚΠΑ πραγματοποιεί συστηματική ανασκαφική έρευνα, επιχειρώντας να συμπληρώσει τα κενά και να αποσαφηνίσει την ιστορική εξέλιξη της περιοχής. Το Τμήμα Αρχαιοτήτων εκτιμά ότι η συνέχιση των ανασκαφών και η περαιτέρω μελέτη των ευρημάτων θα συμβάλουν στην καλύτερη κατανόηση του οχυρωματικού έργου και του ρόλου του στην ιστορία της Παλαιπάφου. Με την ολοκλήρωση των εργασιών, τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα καλύφθηκαν με ειδικό ύφασμα εδαφοκάλυψης, ώστε να προστατευθούν μέχρι την επόμενη φάση της αρχαιολογικής έρευνας.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

