Η εμπορία ανθρώπων εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις πιο σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, με την Κύπρο να συνεχίζει να βρίσκεται αντιμέτωπη με το φαινόμενο. Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα κατά της Εμπορίας Ανθρώπων, η Επίτροπος Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Μαρία Στυλιανού-Λοττίδη, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, επισημαίνοντας ότι, παρά τη βελτίωση του θεσμικού πλαισίου, οι προκλήσεις παραμένουν μεγάλες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει, κατά το 2025 αναγνωρίστηκαν στην Κύπρο 30 θύματα εμπορίας ανθρώπων, εκ των οποίων 16 γυναίκες και 14 άνδρες, ενώ οι κυπριακές αρχές πέτυχαν πέντε καταδίκες διακινητών. Τα στοιχεία αυτά, όπως σημειώνει, δεν αποτυπώνουν το πραγματικό μέγεθος του προβλήματος, καθώς πολλές περιπτώσεις δεν καταγγέλλονται ποτέ.
Η Επίτροπος υπογραμμίζει ότι οι γυναίκες και τα κορίτσια εξακολουθούν να αποτελούν την πλειονότητα των θυμάτων, αντιπροσωπεύοντας το 63% των καταγεγραμμένων περιστατικών, ενώ η εργασιακή εκμετάλλευση εμφανίζεται πλέον με την ίδια συχνότητα όπως και η σεξουαλική εκμετάλλευση.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν, σύμφωνα με την ίδια, οι νέες μορφές εκμετάλλευσης που αναπτύσσονται μέσω της ψηφιακής τεχνολογίας. Επικαλούμενη την Ετήσια Έκθεση της Ομάδας Εμπειρογνωμόνων για τη Δράση κατά της Εμπορίας Ανθρώπων, αναφέρει ότι στην Ευρώπη καταγράφεται αυξητική τάση στην εμπορία ανθρώπων για εξαναγκασμό σε εγκληματικές δραστηριότητες, ενώ εγκληματικά δίκτυα αξιοποιούν πλέον την τεχνητή νοημοσύνη και τις διαδικτυακές πλατφόρμες για τη στρατολόγηση και τον έλεγχο των θυμάτων.

Η Μαρία Στυλιανού-Λοττίδη επισημαίνει ότι η αντιμετώπιση της εμπορίας προσώπων δεν περιορίζεται μόνο στην ποινική δίωξη των δραστών, αλλά απαιτεί μια συνολική προσέγγιση με επίκεντρο το θύμα. Όπως αναφέρει, προτεραιότητα πρέπει να αποτελεί η έγκαιρη αναγνώριση των θυμάτων, η ασφαλής πρόσβασή τους σε υπηρεσίες προστασίας, στήριξης και αποκατάστασης, καθώς και η διασφάλιση ότι μπορούν να ανακτήσουν τη ζωή τους χωρίς φόβο και χωρίς τον κίνδυνο επαναθυματοποίησης. Παράλληλα, τονίζει ότι η Πολιτεία οφείλει να ενισχύσει τους μηχανισμούς πρόληψης και εντοπισμού, να επενδύσει στην εκπαίδευση των επαγγελματιών πρώτης γραμμής και να ενδυναμώσει τη συνεργασία όλων των αρμόδιων υπηρεσιών με τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, οι οποίες διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην προστασία και υποστήριξη των θυμάτων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat που παραθέτει η Επίτροπος, το 2024 καταγράφηκαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση 9.678 θύματα εμπορίας ανθρώπων, 7.966 ύποπτοι διακινητές και 2.599 καταδικαστικές αποφάσεις, γεγονός που καταδεικνύει ότι το φαινόμενο εξακολουθεί να αποτελεί μια διαρκή πρόκληση για τα κράτη-μέλη.
Η Επίτροπος απευθύνει έκκληση για συνεχή επαγρύπνηση και συλλογική δράση, υπογραμμίζοντας ότι η καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων αποτελεί ευθύνη ολόκληρης της κοινωνίας. Όπως επισημαίνει, κάθε θύμα που εντοπίζεται και προστατεύεται και κάθε διακινητής που οδηγείται ενώπιον της Δικαιοσύνης αποτελεί ένα ακόμη βήμα προς μια κοινωνία που δεν ανέχεται την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Επιμένει, τέλος, ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι αδιαπραγμάτευτη και ότι η Πολιτεία οφείλει να παραμένει αμετακίνητη στην παραδειγματική τιμωρία όσων εμπλέκονται σε τέτοιου είδους εγκλήματα.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

