Καταδικαστική απόφαση σε βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας εξέδωσε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), κρίνοντας ότι η μακροχρόνια κράτηση Μαροκινού αιτητή ασύλου δεν δικαιολογούνταν επαρκώς. Η υπόθεση αφορά την προσφυγή Κ.Α. κατά Κύπρου, με αριθμό 5755/25, και η απόφαση εκδόθηκε την 1η Οκτωβρίου 2026.
Ο άνδρας είχε εισέλθει παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία το 2019, μέσω των κατεχομένων, και στη συνέχεια συνελήφθη και τέθηκε υπό κράτηση στη Μενόγεια, με τις Αρχές να επικαλούνται λόγους εθνικής ασφάλειας. Παρέμεινε κρατούμενος από τις 10 Ιανουαρίου 2019 μέχρι τις 24 Φεβρουαρίου 2020, δηλαδή για περίπου 13,5 μήνες.
Το ΕΔΔΑ εξέτασε δύο βασικές αιτιάσεις του αιτητή. Η πρώτη αφορούσε τη νομιμότητα και τη διάρκεια της κράτησής του, ενώ η δεύτερη τη διαδικασία μέσω της οποίας μπορούσε να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της κράτησης και την πρόσβασή του σε στοιχεία της υπόθεσης.
Σε ό,τι αφορά το πρώτο σκέλος, το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση του Άρθρου 5§1 της ΕΣΔΑ, που κατοχυρώνει το δικαίωμα στην προσωπική ελευθερία και ασφάλεια. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, δεν υπήρχε επαρκής και άμεση σύνδεση ανάμεσα στην κράτηση του αιτητή και τον σκοπό της αποτροπής μη εξουσιοδοτημένης εισόδου στη χώρα. Παράλληλα, το Δικαστήριο εντόπισε ασυνέπεια στη στάση των κυπριακών Αρχών ως προς τη νομική βάση της κράτησης. Σε ορισμένες περιπτώσεις η εθνική ασφάλεια εμφανιζόταν ως αυτοτελής λόγος κράτησης, ενώ σε άλλες η κράτηση συνδεόταν με το αίτημα ασύλου του άνδρα.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε και στη διάρκεια της κράτησης. Παρότι ο αιτητής είχε προσφύγει ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, η διαδικασία για το αίτημα ασύλου του δεν παρουσίασε ουσιαστική πρόοδο. Το ΕΔΔΑ έκρινε, ως εκ τούτου, ότι η συνολική κράτηση διάρκειας περίπου 13,5 μηνών ήταν υπερβολική και δεν μπορούσε να θεωρηθεί εύλογα αναγκαία για τους σκοπούς που προβλέπει η Σύμβαση. Το Δικαστήριο υπογράμμισε μάλιστα ότι η ταχεία ολοκλήρωση της διαδικασίας ασύλου θα ήταν προς όφελος τόσο του ίδιου του αιτητή όσο και του κυπριακού κράτους, ιδιαίτερα από τη στιγμή που οι Αρχές επικαλούνταν λόγους εθνικής ασφάλειας.
Διαφορετική ήταν η κρίση του ΕΔΔΑ για τη δεύτερη αιτίαση. Ο αιτητής υποστήριξε ότι δεν είχε πρόσβαση σε κρίσιμα απόρρητα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν σε βάρος του και ότι, ως αποτέλεσμα, δεν μπορούσε να υπερασπιστεί αποτελεσματικά τη θέση του. Ωστόσο, το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε παραβίαση του Άρθρου 5§4 της ΕΣΔΑ. Όπως έκρινε, ο αιτητής είχε ενημερωθεί για τη νομική βάση και τους βασικούς λόγους της κράτησής του, είχε πρόσβαση σε σημαντικό μέρος του διοικητικού φακέλου, γνώριζε την ουσία των υποψιών που είχαν διατυπωθεί σε βάρος του και είχε νομική εκπροσώπηση.
Καθοριστικό θεωρήθηκε επίσης το γεγονός ότι το Διοικητικό Δικαστήριο είχε πρόσβαση στο σύνολο του εμπιστευτικού υλικού και μπορούσε να εξετάσει κατά πόσο ήταν δικαιολογημένη η μη αποκάλυψή του στον αιτητή. Έτσι, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι, παρά τους περιορισμούς που επιβάλλονταν για λόγους εθνικής ασφάλειας, υπήρχαν επαρκείς διαδικαστικές εγγυήσεις ώστε ο αιτητής να μπορεί να αμφισβητήσει αποτελεσματικά την κράτησή του.
Για την παραβίαση που διαπιστώθηκε, το ΕΔΔΑ επιδίκασε στον αιτητή €5.000 για ηθική βλάβη/μη χρηματική ζημία, ενώ επιπλέον επιδίκασε €3.750 για έξοδα και δαπάνες.
Η απόφαση ουσιαστικά θέτει στο επίκεντρο τη διάρκεια και τη δικαιολόγηση της κράτησης αιτητών ασύλου, ξεκαθαρίζοντας ότι η επίκληση λόγων εθνικής ασφάλειας δεν απαλλάσσει τις Αρχές από την υποχρέωση να αιτιολογούν επαρκώς τη συνέχιση της κράτησης και να προχωρούν χωρίς αδικαιολόγητες καθυστερήσεις τις σχετικές διαδικασίες.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:


