Και αφού τελείωσε η φρενίτιδα με την Άννα Βίσση, αφού το ΟΑΚΑ γέμισε ασφυκτικά και δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι ένωσαν τις φωνές τους με την Κύπρια ερμηνεύτρια, ξεκίνησαν τα… μαθηματικά. Πόσα εισιτήρια πουλήθηκαν; Πόσα χρήματα έβγαλε η Άννα; Πόσα κόστισε η συναυλία και τελικά πόσα έμειναν;
Υπολογισμοί επί υπολογισμών, από ανθρώπους που στην πλειοψηφία τους δεν βρέθηκαν καν στο ΟΑΚΑ. Γιατί τόση ανάγκη να αποδομηθεί μια βραδιά που για χιλιάδες ανθρώπους ήταν απλώς μια μεγάλη συναυλία;
ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΠΕΛΕΚΑΝΟΥ
Η Άννα Βίσση έκανε τη δουλειά της. Ανέβηκε στη σκηνή, τραγούδησε, έδωσε αυτό που περίμενε το κοινό της και, όπως μεταφέρθηκε από όσους βρέθηκαν εκεί, το θέαμα ήταν εντυπωσιακό. Αν κάποιος πλήρωσε πολλά ή λίγα για να τη δει, αυτό είναι καθαρά προσωπική υπόθεση. Έχει να κάνει με τα γούστα, τις επιθυμίες, τις προτεραιότητες και φυσικά την οικονομική δυνατότητα του καθενός.
Το αν ένα εισιτήριο αξίζει τα χρήματά του δεν μπορεί να είναι αντικειμενικό μέτρο. Για κάποιον μπορεί να ήταν ακριβό. Για κάποιον άλλον, κάθε ευρώ να άξιζε και με το παραπάνω. Ένα πράγμα, πάντως, δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί η σχέση της Άννας Βίσση με το κοινό της. Και ειδικά στην Κύπρο, αυτή η σχέση έχει κάτι ξεχωριστό. Δύσκολα θα βρεις Κύπριο που να μην έχει τραγουδήσει κάποια στιγμή στη ζωή του τα τραγούδια της, να μην έχει συνδεθεί με κάποια επιτυχία της ή να μην έχει ζήσει έστω μία περίοδο της ζωής του με τη μουσική της.
Μπορεί να μην είσαι φανατικός θαυμαστής της. Μπορεί να μην είναι το είδος της μουσικής που ακούς. Αυτό είναι απολύτως σεβαστό. Όμως, αν είσαι άνθρωπος που σέβεται τη δουλειά και την πορεία του άλλου, δεν μπορείς παρά να αναγνωρίσεις όλο αυτό που έχει καταφέρει.
Γιατί η Άννα Βίσση δεν είναι μόνο μια καλή ερμηνεύτρια. Είναι, κατά τη γνώμη μου, μια εξαιρετικά έξυπνη γυναίκα που κατάφερε μέσα σε τόσες δεκαετίες να κρατά το κοινό της σε εγρήγορση, να προσεγγίζει ακόμη και τις νεότερες γενιές και να δημιουργεί κάθε φορά μια νέα αφορμή για να συζητούν όλοι γι’ αυτήν. Και αυτό, είτε μας αρέσει είτε όχι, είναι επιτυχία. Χθες στο ΟΑΚΑ έγινε πραγματικά χαμός. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι βρέθηκαν εκεί και τραγούδησαν μαζί της. Ανάμεσά τους και πολλοί Κύπριοι, οι οποίοι αψήφησαν τις καιρικές συνθήκες, το αυξημένο κόστος των αεροπορικών εισιτηρίων και την ταλαιπωρία ενός ταξιδιού, μόνο και μόνο για να ζήσουν αυτή τη βραδιά.
Πήγαν στην Αθήνα για την Άννα Βίσση. Τόσο απλά. Και σήμερα, μετά τη μεγάλη βραδιά, άρχισαν τα παράπονα. Για τον κόσμο, για την έξοδο, για το μετρό, για τα ταξί, για την ταλαιπωρία. Μα πραγματικά, τι περίμενε κάποιος όταν αποφάσιζε να βρεθεί σε έναν χώρο μαζί με δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους; Σε μια συναυλία τέτοιου μεγέθους δεν μπορείς να περιμένεις ότι θα μπεις και θα βγεις από το στάδιο σαν να πήγες για έναν καφέ. Όταν βρίσκεσαι ανάμεσα σε τόσο μεγάλο πλήθος, θα υπάρχει συνωστισμός, ζέστη, αναμονή, ιδρώτας, καθυστέρηση στην έξοδο και ταλαιπωρία μέχρι να φτάσεις στο μετρό ή να βρεις ταξί.
Και φυσικά, μετά από μια τέτοια βραδιά, το να βρεις ταξί δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο. Θέλει υπομονή, χρόνο και ίσως λίγο προγραμματισμό. Όλα αυτά ήταν λίγο-πολύ αναμενόμενα. Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι γιατί πρέπει, την επόμενη κιόλας ημέρα, να ακυρώνουμε μια ολόκληρη εμπειρία επειδή δεν ήταν όλα τέλεια. Δεν υπάρχει τέλεια συναυλία όταν συγκεντρώνονται δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι. Υπάρχει όμως μια μεγάλη βραδιά που κάποιοι απόλαυσαν περισσότερο και κάποιοι λιγότερο.
Και τελικά, αυτό είναι το ζητούμενο. Να μπορεί ο καθένας να επιλέγει πού θέλει να δώσει τα χρήματά του, τον χρόνο του και την ενέργειά του. Οι υπόλοιποι μπορούμε απλώς να σεβαστούμε την επιλογή του.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

