Στην καταγγελία προέβη μέσω του διαδικτύου αλλά και με επιστολή προς αρμόδιους φορείς ο πατέρας φοιτήτριας του Πανεπιστημίου Κύπρου, Θεόδουλος Παπαβασιλείου, κάνοντας λόγο για διάκριση λόγω αναπηρίας, άρνηση παροχής εύλογων προσαρμογών, άνιση μεταχείριση και θυματοποίηση της κόρης του, η οποία έχει σοβαρή οπτική αναπηρία.
Στην επιστολή αναφέρεται ότι η φοιτήτρια, η οποία αντιμετωπίζει σοβαρή οπτική αναπηρία, αντιμετώπισε δυσκολίες κατά τη διάρκεια των σπουδών της, παρά το γεγονός ότι είχε την υποστήριξη της Σχολής Τυφλών Κύπρου και είχε προσκομίσει ιατρικές γνωματεύσεις και σχετικές αξιολογήσεις. Όπως υποστηρίζεται, παρά τα επανειλημμένα αιτήματα για παροχή εύλογων προσαρμογών, αυτά δεν υλοποιήθηκαν σε βαθμό που να εξασφαλίζει πλήρη και ισότιμη συμμετοχή στο πρόγραμμα σπουδών και στην πρακτική άσκηση.

Η φοιτήτρια, σύμφωνα με την καταγγελία, ολοκλήρωσε τα μαθήματα του προγράμματος σπουδών και συμμετείχε στην πρακτική άσκηση, καταβάλλοντας συνεχή προσπάθεια προετοιμασίας και διδασκαλίας. Ωστόσο, σύμφωνα πάντα με την πλευρά της οικογένειας, κατά την πρακτική άσκηση δεν εξασφαλίστηκαν οι απαραίτητες προσαρμογές, γεγονός που επηρέασε την ολοκλήρωση των σπουδών της.
Στην καταγγελία γίνεται επίσης λόγος για άνιση μεταχείριση, με αναφορά ότι σε άλλες περιπτώσεις φοιτητών έχουν απονεμηθεί πτυχία χωρίς την πλήρη ολοκλήρωση αντίστοιχων απαιτήσεων.
Παράλληλα, αναφέρονται περιστατικά συμπεριφοράς από μέλη του διδακτικού προσωπικού που χαρακτηρίζονται ως απαξιωτικά, για τα οποία έχουν ήδη κατατεθεί σχετικές αναφορές στην Επίτροπο Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η οικογένεια ζητά διερεύνηση της υπόθεσης, κάνοντας λόγο για πιθανή διάκριση λόγω αναπηρίας, άνιση μεταχείριση και θυματοποίηση, καθώς και για λήψη μέτρων ώστε να αποτραπούν παρόμοια περιστατικά στο μέλλον.
Το Πανεπιστήμιο Κύπρου δεν έχει μέχρι στιγμής τοποθετηθεί δημόσια για την καταγγελία.
ΑΥΤΟΥΣΙΑ Η ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ-ΕΠΙΣΤΟΛΗ
«Με την παρούσα επιστολή υποβάλλω επίσημη καταγγελία ως πατέρας φοιτήτριας του Πανεπιστημίου Κύπρου με σοβαρή οπτική αναπηρία, η οποία, κατά την άποψή μου, έχει υποστεί διαχρονικά διάκριση λόγω αναπηρίας, άρνηση παροχής εύλογων προσαρμογών, άνιση μεταχείριση, θυματοποίηση της αναπηρίας και προσβολή θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η κόρη μου, καθ’ όλη τη διάρκεια των σπουδών της, βρισκόταν υπό την υποστήριξη της Σχολής Τυφλών Κύπρου και είχε προσκομίσει επανειλημμένα ιατρικές γνωματεύσεις, αξιολογήσεις και εισηγήσεις αρμόδιων φορέων αναφορικά με τις εξατομικευμένες ανάγκες που απορρέουν από την οπτική της αναπηρία.
Παρά τα επανειλημμένα αιτήματα της ίδιας, τις παρεμβάσεις αρμόδιων φορέων και τα επιστημονικά δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του Πανεπιστημίου, το Πανεπιστήμιο Κύπρου αρνήθηκε ουσιαστικά να εφαρμόσει τις αναγκαίες εύλογες προσαρμογές που απαιτούσε η ιδιαίτερη περίπτωσή της. Η υποχρέωση παροχής εύλογων προσαρμογών δεν αποτελεί πράξη καλής θέλησης αλλά θεμελιώδη υποχρέωση κάθε εκπαιδευτικού ιδρύματος απέναντι στα άτομα με αναπηρία.
Οι ανάγκες κάθε ατόμου με αναπηρία είναι εξατομικευμένες και οφείλουν να αξιολογούνται με βάση τις πραγματικές συνθήκες που αντιμετωπίζει το συγκεκριμένο άτομο. Στην περίπτωση της κόρης μου, οι εισηγήσεις ειδικών, οι ιατρικές γνωματεύσεις και οι απόψεις της Σχολής Τυφλών Κύπρου αγνοήθηκαν ή δεν λήφθηκαν επαρκώς υπόψη, με αποτέλεσμα να στερηθεί την αναγκαία υποστήριξη που θα της επέτρεπε να ολοκληρώσει ισότιμα τις σπουδές της.
Παρά τα σημαντικά εμπόδια που αντιμετώπισε λόγω της αναπηρίας της, η κόρη μου ολοκλήρωσε επιτυχώς όλα τα ακαδημαϊκά μαθήματα του προγράμματος σπουδών της. Κατά τη διάρκεια της πρακτικής της άσκησης συμμετείχε ενεργά, προετοίμαζε συστηματικά τις διδασκαλίες της, αφιέρωνε αμέτρητες ώρες μελέτης και προσπάθειας και κατέβαλλε κάθε δυνατή προσπάθεια για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του προγράμματος. Οι δυσκολίες που αντιμετώπιζε δεν οφείλονταν σε έλλειψη ενδιαφέροντος, αδιαφορία ή ακαδημαϊκή ανεπάρκεια, αλλά αποτελούσαν άμεση συνέπεια της οπτικής της αναπηρίας και της απουσίας των αναγκαίων προσαρμογών που θα της επέτρεπαν να ασκήσει τα καθήκοντά της με τρόπο ισότιμο και δίκαιο.
Αντί το Πανεπιστήμιο Κύπρου να σταθεί αρωγός στην προσπάθεια μιας φοιτήτριας που αγωνιζόταν καθημερινά να υπερβεί τα εμπόδια που θέτει η αναπηρία της, επέλεξε να την αφήσει στάσιμη στην πρακτική άσκηση, θέτοντας σε κίνδυνο την ολοκλήρωση των σπουδών της και την επαγγελματική της αποκατάσταση. Ιδιαίτερα σοβαρό είναι το γεγονός ότι φαίνεται να εφαρμόστηκαν δύο μέτρα και δύο σταθμά. Υπάρχουν περιπτώσεις φοιτητών οι οποίοι είτε δεν ολοκλήρωσαν την πρακτική τους άσκηση είτε δεν πραγματοποίησαν ή δεν παρέδωσαν τις απαιτούμενες διδασκαλίες, αλλά τους απονεμήθηκε ή πρόκειται να τους απονεμηθεί πτυχίο.
Αντίθετα, η κόρη μου, η οποία συμμετείχε ενεργά στην πρακτική της, ετοίμαζε τα μαθήματά της και κατέβαλλε συνεχή προσπάθεια παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε λόγω της αναπηρίας της, κρίθηκε ότι δεν μπορεί να ολοκληρώσει τις σπουδές της. Η διαφορετική αυτή μεταχείριση δημιουργεί εύλογα ερωτήματα ως προς το κατά πόσο τηρήθηκαν οι αρχές της ισότητας, της αντικειμενικότητας και της μη διάκρισης. Δημιουργεί επίσης την εύλογη πεποίθηση ότι η αναπηρία της αντιμετωπίστηκε ως μειονέκτημα και όχι ως μια πραγματικότητα που απαιτούσε υποστήριξη και προσαρμογή εκ μέρους του Πανεπιστημίου.
Παράλληλα, η κόρη μου υπήρξε αποδέκτρια επανειλημμένων περιστατικών μειωτικής, απαξιωτικής και προσβλητικής συμπεριφοράς από μέλη του διδακτικού προσωπικού. Για τα περιστατικά αυτά υποβλήθηκαν σχετικές καταγγελίες στην Επίτροπο Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Αντί όμως να διασφαλιστεί ένα περιβάλλον προστασίας, σεβασμού και ίσης μεταχείρισης, η ίδια βρέθηκε αντιμέτωπη με περαιτέρω πίεση και, κατά την άποψή μας, με ενέργειες που συνιστούν θυματοποίηση λόγω της άσκησης των νόμιμων δικαιωμάτων της.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι επί μακρό χρονικό διάστημα δεχόταν προειδοποιήσεις ότι θα παρέμενε στάσιμη στην πρακτική άσκηση. Παρότι οι ανησυχίες αυτές μεταφέρθηκαν εγκαίρως προς το Πανεπιστήμιο, οι αρμόδιοι αρνούνταν ότι υπήρχε τέτοια πρόθεση. Τελικά, η απόφαση που λήφθηκε επιβεβαίωσε τους φόβους και τις ανησυχίες που είχαν εκφραστεί.
Ως πατέρας της, δεν μπορώ να αποδεχθώ ότι ένα νέο άτομο, το οποίο παρά την απώλεια της όρασής του επέδειξε αξιοθαύμαστη δύναμη, επιμονή και αφοσίωση στις σπουδές του, αντιμετωπίστηκε με αυτόν τον τρόπο.
Η κόρη μου δεν ζήτησε ποτέ ευνοϊκή μεταχείριση. Ζήτησε μόνο ίσες ευκαιρίες και τις εύλογες προσαρμογές που προβλέπονται για κάθε άτομο με αναπηρία, ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί επί ίσοις όροις με τους υπόλοιπους φοιτητές.
Αντί το Πανεπιστήμιο να στηρίξει μια φοιτήτρια που αποδεδειγμένα προσπαθούσε να ολοκληρώσει την πρακτική της μέσω της προετοιμασίας μαθημάτων, της πραγματοποίησης διδασκαλιών και της ενεργού συμμετοχής της σε όλες τις διαδικασίες της εκπαίδευσης, επέλεξε να ανακόψει την πορεία της. Αντί να της δώσει τα εφόδια και τις ευκαιρίες που θα της επέτρεπαν να ενταχθεί ισότιμα στην κοινωνία και στην αγορά εργασίας, δημιούργησε συνθήκες που υπονομεύουν τους κόπους, τις θυσίες και τα όνειρά της. Η υπόθεση αυτή γεννά σοβαρό προβληματισμό ως προς τον βαθμό εφαρμογής στην πράξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρία.
Ως πολίτης αυτής της χώρας διερωτώμαι κατά πόσο οι θεσμοί ανταποκρίνονται στον ρόλο τους όταν ένα άτομο με αναπηρία, που έχει αποδείξει έμπρακτα τις δυνατότητές του, αντιμετωπίζει τέτοια εμπόδια στην προσπάθειά του να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Η εμπειρία της κόρης μου δημιουργεί την αίσθηση ότι τα άτομα με αναπηρία εξακολουθούν να χρειάζεται να αγωνίζονται για δικαιώματα που θα έπρεπε να θεωρούνται αυτονόητα.
Η κοινωνία και η Πολιτεία κρίνονται από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν τους πιο ευάλωτους πολίτες τους. Η πραγματική ισότητα δεν εξαντλείται σε νομοθεσίες, διακηρύξεις και δημόσιες δεσμεύσεις. Αποδεικνύεται μέσα από πράξεις που επιτρέπουν στα άτομα με αναπηρία να σπουδάζουν, να εργάζονται, να συμμετέχουν και να προοδεύουν ισότιμα. Δυστυχώς, στην περίπτωση της κόρης μου, οι πράξεις που βίωσε δεν αντανακλούν αυτές τις αρχές.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους ζητώ την πλήρη, ανεξάρτητη και αμερόληπτη διερεύνηση της υπόθεσης, την εξέταση της άρνησης παροχής εύλογων προσαρμογών, τη διερεύνηση πιθανής διάκρισης λόγω αναπηρίας, άνισης μεταχείρισης και θυματοποίησης, καθώς και τη λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων για την αποκατάσταση της αδικίας που έχει υποστεί η κόρη μου και για τη διασφάλιση ότι κανένας άλλος φοιτητής με αναπηρία δεν θα βιώσει παρόμοια μεταχείριση στο μέλλον.
Με εκτίμηση,
Θεόδουλος Παπαβασιλείου»
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

