ΓΡΑΦΕΙ: Ο Παπα – Ράτσης
Οκ, έβρεξε.
Ήρθε μία ADEL και μας έφερε το δώρο της ζωής. Δηλαδή, εκεί που ήμασταν αφυδατωμένοι, αποξηραμένοι σαν σταφίδες και δαμάσκηνα, μας έδωσε μία χουφτιά σταγόνες για να πάρουμε μία μικρή ανάσα.
Μία μικρή, κοφτή ανάσα — όχι τίποτα φιάλες οξυγόνου να γεμίσουμε τα πνευμόνια μας. Καμία σχέση με το «επιτέλους» που ακούω να ξεστομίζουμε ελέω πρώτων βροχών. Και το λέω όχι επειδή δεν είναι όντως ένα ευεργετικό «επιτέλους» οι πρώτες βροχές, αλλά επειδή μας ξέρουμε, και αυτό το «επιτέλους» σε πάρα πολλές συνειδήσεις σημαίνει: Ποια λειψυδρία; Λύθηκε το πρόβλημα.

ΟΧΙ. Κανένα πρόβλημα δεν λύθηκε με δύο βροχές και μία αστραπή. Διότι… αστραπή η ζωή μας, αλλά προλαβαίνουμε… να διψάσουμε πραγματικά και επικίνδυνα — για να παραφράσουμε και τον Καζαντζάκη. Αν είσαι άφραγκος και πέσει στα χέρια σου ένα εικοσάρικο, πλέον δεν είσαι άφραγκος. Ωστόσο, αυτό που μπορείς πλέον είναι να μην ανησυχείς για το επόμενό σου γεύμα και λίγα ευρώ καύσιμα στο αυτοκίνητο. Σε λίγο πάλι άφραγκος θα είσαι.

Αν πρέπει να γράψεις μία έκθεση και γράψεις την παράγραφο της εισαγωγής, ναι μεν δεν έχεις πλέον μία άδεια σελίδα μπροστά σου, αλλά σαφώς δεν έχεις έκθεση. Αυτό λοιπόν είναι περίπου το deal με τις λίγες ώρες που μας επισκέφθηκε η κυρά-Αντέλ και μας σκούρυνε για λίγο τους ουρανούς.
Απ’ αυτό όμως, μέχρι να ξεκινήσουμε πάλι να πλένουμε τις αυλές με το λάστιχο, να θέλουμε να πλύνουμε π.χ. ένα μήλο και να αφήνουμε τη βρύση ανοιχτή ενάμιση λεπτό, να θέλουμε να κάνουμε μπάνιο και να το αφήνουμε να τρέχει πάνω μας απλά επειδή μας κάνει να νιώθουμε όμορφα, η απόσταση των δύο αυτών καταστάσεων είναι χαώδης.

Και μιλάμε βέβαια για όσους έχουν μία κάποια συνείδηση και μία συλλογική ενσυναίσθηση και έχουν σταματήσει να είναι ανεύθυνοι με το θέμα της λειψυδρίας. Διότι υπάρχουν και εκείνοι (οι οποίοι δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό) που δεν σταμάτησαν ποτέ να είναι large και να καταναλώνουν αφειδώς το νερό λες και ζούμε στην Αλάσκα, και στην ανάγκη θα ζεστάνουμε λίγο πάγο και θα έχουμε να πιούμε.
Δυστυχώς, ζούμε σε έναν τόπο τον οποίο δεν τον προτιμά η βροχή και οφείλουμε να γίνει κουλτούρα μας η προσεκτική κατανάλωση του νερού. Ακόμα κι όταν τα φράγματα γεμίζουν μία στο τόσο, ακόμα και όταν θα συμβεί (μακάρι και μακάρι) να βρέξει 20 μέρες συνεχόμενες — πράγμα που συμβαίνει με συχνότητα Ολυμπιακών Αγώνων, ανά τετραετία — ΑΚΟΜΑ και τότε οφείλουμε να μην χαλαρώνουμε με το νερό.

Αν στο πίσω μέρος του μυαλού μας κρύβεται ο φόβος της ανά πάσα στιγμή έλλειψης του νερού, διότι εδώ που ζούμε αυτή είναι η φυσιολογική κατάσταση της «επάρκειάς» του, τότε μπορούμε να βλέπουμε το μέλλον ΕΛΑΧΙΣΤΑ πιο αισιόδοξα. Διαφορετικά, ποτέ δεν είναι αργά να αδειάσουμε τις παράκτιες περιοχές από τα εξοχικά και τα ξενοδοχεία και να εγκαταστήσουμε συστήματα αφαλάτωσης, να αντικαταστήσουμε τις πισίνες μας με συλλέκτες νερού και άλλες τέτοιες ανέφικτες, σουρεαλιστικές λύσεις, για να μην χρειαστεί — είτε εμείς είτε τα παιδιά μας — να λάβουμε μέρος σε εκείνον τον πόλεμο για τον οποίο λέγαμε παλιά μεταξύ σοβαρού και αστείου: τον (εμφύλιο) πόλεμο για το νερό.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:


