Παράνομη έκρινε το Ανώτατο Δικαστήριο τη συνέχιση της κράτησης Λιβανέζου υπηκόου, ο οποίος παρέμενε υπό κράτηση για περισσότερο από έναν χρόνο με σκοπό την απέλασή του.
Με απόφασή του ημερομηνίας 15 Σεπτεμβρίου 2026, το Ανώτατο έκρινε ότι, παρά τις προσπάθειες των κυπριακών Αρχών για την επιστροφή του στον Λίβανο, η άρνηση των λιβανικών Αρχών να τον δεχθούν, σε συνδυασμό με την αβεβαιότητα ως προς το αν και πότε θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί η απέλασή του, δεν δικαιολογούσαν πλέον την παραμονή του υπό κράτηση. Ο Λιβανέζος είχε φτάσει στην Κύπρο μέσω των κατεχομένων και τον Ιούλιο του 2019 υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία, η οποία απορρίφθηκε. Τον Σεπτέμβριο του 2021 καταδικάστηκε από το Κακουργιοδικείο Πάφου σε ποινή φυλάκισης 18 μηνών για αδικήματα, μεταξύ άλλων, συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος και πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης.
Από το 2022 είχαν εκδοθεί σε βάρος του διατάγματα κράτησης και απέλασης. Τον Οκτώβριο του 2023, ωστόσο, το Ανώτατο Δικαστήριο, σε προηγούμενη διαδικασία Habeas Corpus, είχε εκδώσει ένταλμα υπέρ του και ο αιτητής είχε αφεθεί ελεύθερος. Στη συνέχεια ακολούθησε νέα διαδικασία διεθνούς προστασίας. Τον Ιούλιο του 2025 καταδικάστηκε εκ νέου από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, αυτή τη φορά για παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία, και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τριών μηνών. Στις 6 Αυγούστου 2025 εκδόθηκε νέο διάταγμα κράτησης και απέλασης. Η κράτησή του επανεξετάστηκε από τις αρμόδιες Αρχές, ενώ τον Ιανουάριο του 2026 το Διοικητικό Δικαστήριο επικύρωσε τα σχετικά διατάγματα.
Ο ίδιος προσέφυγε εκ νέου στο Ανώτατο ζητώντας την έκδοση προνομιακού εντάλματος Habeas Corpus. Υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι η κράτησή του είχε υπερβεί το αναγκαίο χρονικό διάστημα, ότι δεν υπήρχε πλέον πραγματική προοπτική απέλασής του και ότι δεν είχαν εξεταστεί επαρκώς εναλλακτικά μέτρα αντί της κράτησης.
Στην απόφασή του, το Ανώτατο αναγνωρίζει ότι οι κυπριακές Αρχές δεν είχαν εγκαταλείψει τις προσπάθειες για την απέλασή του. Μετά την απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου έγιναν ενέργειες για την επιστροφή του στον Λίβανο. Στις 12 Αυγούστου 2026 εγκρίθηκε η συνοδεία του από τέσσερα μέλη της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, ενώ η αναγκαστική επιστροφή του προγραμματίστηκε αρχικά για τις 31 Αυγούστου και στη συνέχεια για τις 10 Σεπτεμβρίου. Ωστόσο, στις 2 Σεπτεμβρίου η Interpol Βηρυτού απάντησε αρνητικά στο αίτημα της Interpol Λευκωσίας για την αποδοχή του αιτητή στον Λίβανο, χωρίς να γνωστοποιηθούν οι λόγοι της άρνησης. Ως αποτέλεσμα, η επιχείρηση επαναπατρισμού αναβλήθηκε και προγραμματίστηκε προσπάθεια μέσω των Υπουργείων Εξωτερικών Κύπρου και Λιβάνου για εξασφάλιση της έγκρισης των λιβανικών Αρχών. Το Ανώτατο έκρινε ότι η αποτυχία των πρόσφατων προσπαθειών επιστροφής δεν μπορούσε να αποδοθεί στον ίδιο τον αιτητή, ενώ διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε σαφές χρονικό πλαίσιο για την ολοκλήρωση της νέας διαδικασίας ούτε βεβαιότητα ότι αυτή θα είχε θετικό αποτέλεσμα.
«Με δεδομένες τις ανεπιτυχείς πρόσφατες προσπάθειες και το αβέβαιο της εξέλιξης της όποιας προοπτικής απέλασης του Αιτητή, ο οποίος συνεχίζει να κρατείται για πέραν του ενός έτους, η συνέχιση της κράτησής του δεν δικαιολογείται πλέον και κατ’ επέκταση η κράτησή του κρίνεται παράνομη», αναφέρει το Δικαστήριο.
Όπως επισημαίνεται στην απόφαση, σύμφωνα με τον περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμο, η κράτηση υπηκόου τρίτης χώρας με σκοπό την απέλαση πρέπει να έχει τη μικρότερη δυνατή διάρκεια και να συνεχίζεται μόνο για όσο διάστημα η διαδικασία απομάκρυνσης εξελίσσεται με τη δέουσα επιμέλεια. Παράλληλα, όταν δεν υπάρχει πλέον λογική προοπτική απομάκρυνσης για νομικούς ή άλλους λόγους, η κράτηση παύει να δικαιολογείται και το πρόσωπο πρέπει να αφεθεί ελεύθερο. Καταλήγοντας, το Ανώτατο έκρινε βάσιμη την αίτηση για Habeas Corpus και διέταξε τις αρμόδιες Αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας «να αφήσουν αμέσως ελεύθερο τον αιτητή».
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:


